ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

recent

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ - "Περί Κοινής Αγροτικής Πολιτικής" | του Δημ. Αναγνωστόπουλου


Το τελευταίο διάστημα πολύ λόγος γίνεται για το τι μας επιφυλάσσει η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική και έτσι στην ρουλέτα των απόψεων, είπα και εγώ να αναφερθώ με την σειρά μου στις σκέψεις που με προβληματίζουν.

Οι άξονες που οφείλει να καλύπτει η πολιτική που θα ασκηθεί είναι οι εξής κύριοι: διατροφικός, περιβαλλοντικός, ενεργειακός αλλά επιπλέον και ένα εγγυητικό πλαίσιο προς στους παραγωγούς. Τα δύο τελευταία δεν αναφέρονται ιδιαίτερα στις προτάσεις που φημολογούνται και είναι οι κύριοι τομείς που ταλανίζουν τον αγροτικό τομέα ανέκαθεν (έλλειψη εγγυητικού πλαισίου) και όλο και περισσότερο τα τελευταία έτη (κόστος ενέργειας ως εισροή). Ωστόσο, επειδή στην περιοχή της Θεσσαλίας τις κύριες καλλιέργειες αποτελεί το βαμβάκι, θα αναφερθώ ξεχωριστά για την θέση του, στην νέα ΚΑΠ ξεχωριστά παρακάτω.

Στον πρώτο σκέλος που αφορά το διατροφικό κομμάτι, η χώρα όχι μόνο πρέπει να παρουσιάσει αυτάρκεια σε διατροφικό προϊόν αλλά να έχει την δυνατότητα να παράγει και να εξάγει ποιοτικό πιστοποιημένο προϊόν. Από την μία, είναι απαραίτητη η παρουσία οπωροκηπευτικών, αλλά και η επάρκεια σε καλλιέργειες υψηλής διατροφικής αξίας όπως είναι τα όσπρια. 

Η περίπτωση των δενδρωδών καλλιεργειών για να καταφέρει να είναι ανταγωνιστική, καλό είναι να συνοδεύεται με ιδανική κλιματική και τοπική προσαρμοστικότητα για να παραχθεί ποιοτικό διατροφικό προϊόν με δυνατότητα καταχώρησης ονομασίας προέλευσης. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν κυρίως καλλιέργειες όπως είναι τα εσπεριδοειδή, τα μηλοειδή, οι ελιές κ.λπ. αλλά επιπλέον και τα αμπέλια. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο με την εφαρμογή χαρτών καλλιέργειας, να οροθετηθεί η καλλιέργεια τους για να είναι εφικτή η παραγωγή προϊόντος ποιότητας και ταυτότητας στα πλαίσια της ιχνηλασιμότητας.

Υποχρέωση της νέας ΚΑΠ εκτός από την θέσπιση χαρτών, είναι να δώσει κίνητρα διατήρησης των ήδη υπαρχουσών εκμεταλλεύσεων και κίνητρα ένταξης νέων, στις επιλεγμένες ζώνες καλλιέργειας, ενώ ακόμα πρέπει να δοθεί έμφαση στην επιδότηση ενεργειών πιστοποίησης και διασφάλισης της ποιότητας των προϊόντων. Εκτός από τα παραδοσιακά δένδρα που αναφέραμε, είναι αναγκαιότητα να προωθηθεί και η καλλιέργεια από ακρόδρυα (αμυγδαλιές, καρυδιές, φιστικιές κ.α.) σε ζώνες προσαρμογής. Πέρα από την αναζήτηση της αυτάρκειας στα προϊόντα αυτά, η διατροφική τους αξία είναι ιδιαίτερα υψηλή. Άλλωστε οι υπερτροφές είναι πολύ πιο κοινές και δεν είναι ανάγκη να τις αναζητήσουμε στα βάθη της Ανατολής και της Ασίας (ιπποφαές, γκότζι μπέρι κ.α.).

Όσον αφορά τα κηπευτικά, η Ελλάδα έχει την δυνατότητα να γίνει το θερμοκήπιο της Ευρώπης, παράγοντας εποχιακά πληθώρα λαχανικών υψηλής ποιότητας. Από τα κύρια προβλήματα παραγωγής κηπευτικών είναι το υψηλό κόστος συγκομιδής αλλά και ο αθέμιτος ανταγωνισμός του εμπορίου. Το μεν υψηλό κόστος συγκομιδής πρέπει λυθεί με καθορισμό εν μέρει επιδοτούμενων προγραμμάτων απασχόλησης εργαζομένων, μια κίνηση η οποία θα ευνοήσει όχι μόνο την αγροτική εκμετάλλευση αλλά και την τοπική κοινωνία, προσφέροντας θέσεις ασφαλισμένης εργασίας. Από την άλλη, ο αθέμιτος ανταγωνισμός πρέπει να συρρικνωθεί με συνεχείς ελέγχους υπολειμματικότητας στο προϊόν που φτάνει στο ράφι του καταναλωτή. 

Εκτός από τα παραπάνω, διατροφικές πηγές αποτελούν και φυτά μεγάλης καλλιέργειας όπως χαρακτηριστικά τα δημητριακά και τα όσπρια. Η χώρα είναι υποχρεωμένη να διατηρήσει την αυτάρκεια σε σιτηρά και με έμφαση στο πιο ποιοτικό προϊόν. Συλλογικές δράσεις παραγωγής σιτηρών μεταξύ των παραγωγών πρέπει να προωθηθούν για την πιο ανταγωνιστική εμπορία χωρίς μεσάζοντες. Οι συνήθειες του ¨σωρού και του αχταρμά¨ πρέπει να περιοριστούν. Όσον αφορά τα όσπρια δεν είμαστε αυτάρκεις σε κανένα είδος. Η νέα πολιτική υποχρεούται να επιδοτήσει όσο το δυνατόν περισσότερο την καλλιέργεια οσπρίων, με άξονα όχι μόνο την κάλυψη των εσωτερικών αναγκών, αλλά και με μακροπρόθεσμο στόχο την εξωτερική δράση. Η Ελλάδα έχει την δυνατότητα να είναι ανταγωνιστική στην παραγωγή ποιοτικών οσπρίων, ώστε να αποτελούν τροφές υψηλής διατροφικής αξίας. 

Μέσα στα διατροφικά προϊόντα που προέρχονται από την αγροτική δράση συγκαταλέγονται και εκείνα της ζωικής παραγωγής. Το υψηλό κόστος διατροφής του ζωικού κεφαλαίου αποτελεί βραχνά για την ζωική παραγωγή. Δράσεις και κίνητρα καλλιέργειας κτηνοτροφικών φυτών πρέπει να προωθηθούν αλλά και σωστή διαχείριση και οργάνωση των βοσκοτόπων που διαθέτει η χώρα. Επιπλέον, από άποψη ζωικού δυναμικού οι αρμόδιοι φορείς και υπηρεσίες οφείλουν να βελτιώσουν το υπάρχον δυναμικό -γενετικά- ώστε να είναι πιο αποδοτικό. Επιπρόσθετα, το παραδοσιακό υψηλής ποιότητας τελικό προϊόν ζωικής προέλευσης, οφείλει να πιστοποιηθεί, για να είναι εμπορικά ανταγωνιστικό.

Δεύτερη ενότητα και άξονας που θα αναλυθεί είναι το περιβαλλοντικό πλαίσιο της νέας Κοινής Αγροτικής Πολίτικής. Καταρχάς, οι αρμόδιες αρχές και όργανα, πριν προχωρήσουν σε κανόνες και περιορισμούς, οφείλουν να εφαρμόσουν τις δικές τους δεσμεύσεις έστω και καθυστερημένα. Μεγάλο μέρος των παραγωγών ήταν συνεπέστατο και υπεύθυνο στα προγράμματα νιτρορύπανσης αλλά η πολιτεία δεν ήταν αντίστοιχα φερέγγυα. Άρα, πρώτο μέλημα πρέπει να είναι η εξόφληση των προηγούμενων. Εν συνεχεία, καλό είναι, να λειτουργεί καθ’ όλη την διάρκεια του έτους το αγρόκτημα ως ένα καλοδουλεμένο οικοσύστημα και ενδιαίτημα που να είναι δυνατό να προσαρμοστεί σε βιοτικούς και αβιοτικούς παράγοντες. Για να γίνει κάτι τέτοιο, καλό είναι να προωθηθεί η καλλιέργεια ποικίλων φυτών καθ’ όλη την διάρκεια του έτους και όχι η υπάρχουσα μονοκαλλιέργεια. 

Περιβαλλοντικό θέμα για την χώρα πρέπει να αποτελεί και η διατήρηση γόνιμων εδαφών. Έτσι καλό είναι να προωθηθούν και προγράμματα αύξησης της οργανικής ουσίας με εφαρμογή αειφορικών κατεργασιών, ενώ σε εδάφη με έντονη κλίση να τηρηθούν αυστηρά μέτρα προστασίας ενάντια στην διάβρωση. Τέλος, τα προγράμματα μείωσης της νιτρορύπανσης μπορούν να συνεχίσουν να αποτελούν ένα αποτελεσματικό περιβαλλοντικό κανονισμό με τους παραγωγούς να αναζητούν τις απαραίτητες αζωτούχες μονάδες μέσα από ενδιάμεσες καλλιέργειες ψυχανθών.

Ένα από τα κύρια κόστη παραγωγής είναι εκείνο της ενέργειας. Η προώθηση καλλιέργειας ενεργειακών φυτών από μόνη της δεν λέει κάτι, αλλά προτιμότερο είναι να προωθηθούν κοινές δράσεις σε ομάδες παραγωγών για δημιουργία εγκαταστάσεων για την επεξεργασία της πρώτης ύλης για την παραγωγή ενέργειας. Όσο ποτέ, είναι απαραίτητη η παραγωγή ενέργειας για ίδια χρήση μέσα στα πλαίσια του αγροκτήματος. Τέτοιες δράσεις όμως πρέπει να συνοδευτούν και από προσπάθειες των αρμόδιων φορέων προκειμένου να ξεπεραστούν ορισμένα προβλήματα από την χρήση βιοκαυσίμων στις μηχανές εσωτερικής καύσης (πχ μείωση ιξώδους, δημιουργία προθάλαμου καύσης κ.α.).

Τέλος, η πιο σημαντική παράμετρος που πρέπει να ληφθεί στην νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική είναι το εγγυητικό πλαίσιο απέναντι στους παραγωγούς. Η αβεβαιότητα, το εμπορικό παιχνίδι των μεσαζόντων αλλά και οι πολιτικές της κατρακίλας και του υπνωτισμού που εφαρμόστηκαν, θα πρέπει να κατακριθούν και να σταματήσουν.

Η επόμενη ΚΑΠ πρέπει να προωθήσει τις προσπάθειες ξεκάθαρης συμβολαιακής γεωργίας. Μιας συμβολαιακής γεωργίας που θα συνοδεύεται από κανόνες και δεσμεύσεις εξ αρχής και από τις δύο πλευρές (παραγωγού και εμπόρου). Επιπλέον η συνεργασία σε ομάδες παραγωγών είναι από τα ζητούμενα στην νέα ΚΑΠ. Η ισχύς του συνόλου κάτω από σωστή οργάνωση μπορεί δώσει σημαντική διαπραγματευτική δύναμη στους παραγωγούς. Επίσης η αγροτική παραγωγή πλέον έχει ανάγκη από δραστήριους και ανταγωνιστικούς παραγωγούς και έτσι πρέπει να δοθεί έμφαση περισσότερη στην επιδότηση στο ανταγωνιστικό ποιοτικά και ποσοτικά προϊόν και όχι τόσο στην στρεμματική επιδότηση που δημιουργεί επιφανειακούς αγρότες διπλών και τριπλών ιδιοτήτων. 

Όπως προαναφέρθηκε, η περίπτωση του βαμβακιού είναι από μόνη της ξεχωριστή αλλά και συνάμα ιδιαίτερη για την Ελληνική επικράτεια. Από την μία, δεν είναι διατροφικό προϊόν αλλά από την άλλη αποτελεί από τις σημαντικότερες πρώτες ύλες στην βιομηχανία. Επιπλέον, οι στρεμματικές αποδόσεις που έχει την ικανότητα να παράγει η χώρα είναι ιδιαίτερα υψηλές τόσο λόγω των κλιματικών παραγόντων αλλά επιπλέον και από την ιδιαίτερη εμπειρία που έχουν αποκτήσει οι αγρότες. Λόγω αυτών των συνθηκών είναι εφικτή και η παραγωγή ποιοτικού τελικού προϊόντος. Ωστόσο όλα αυτά πάνε στράφι για την ικανοποίηση συμφερόντων πολυεθνικών εταιριών και εμπόρων.

Η καλλιέργεια του βαμβακιού οφείλει να παραμείνει στην χώρα καθώς μπορεί να αποτελέσει την ραχοκοκαλιά παραγωγής για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά με άλλα μέτρα και άλλα σταθμά. Οι αρμόδιοι φορείς καταρχάς είναι υποχρεωμένοι να βελτιώσουν και να δημιουργήσουν ποικιλίες βαμβακιού προσαρμοσμένες ξεκάθαρα στις Ελληνικές συνθήκες για να γίνει απαγκίστρωση από τις πολυεθνικές. Η έντονη αυτή πολυποικιλότητα σπόρων που υπάρχει, θα περιοριστεί, καθώς το τόσο έντονο και τυχαίο ¨χαρμάνι¨ που καταλήγει στο εκκοκκιστήριο, μειώνει ιδιαίτερα την τελική ποιότητα της ίνας και των υποπροϊόντων. Και πάλι σε αυτήν την περίπτωση προτείνεται ομαδική οργάνωση των παραγωγών ώστε να παράγουν όμοιες ποικιλίες και με κοινή τεχνική καλλιέργειας, προκειμένου να έχουν την δυνατότητα να διαπραγματευτούν ανταγωνιστικά εξ΄ αρχής την εμπορία του υψηλά ποιοτικά πλέον προϊόντος τους. Με αυτά τα μέτρα η παραγωγή του βαμβακιού θα καταφέρει να είναι ξανά οικονομικά βιώσιμη με τιμές εμπορίας ανταγωνιστικές.

Συμπερασματικά, αρκετά γράφτηκαν σαν προτάσεις και ανάγκες για την νέα ΚΑΠ αλλά πολλά ακόμα παραλήφθηκαν (πχ. μεταποίηση αγροτικών προϊόντων) που ωστόσο μπορούν να αναφερθούν σε επόμενη αρθρογραφία. Τα λόγια και οι λέξεις όμως είναι εύκολα να γράφονται αλλά στην πράξη τα πάντα εμφανίζονται κωλυόμενα ξανά και ξανά κοιτώντας το πρόσφατο αλλά και το μακρινό παρελθόν του τόπου τούτου. Ωστόσο πλέον η διαφθορά και τα παχιά τα λόγια, μας έχουν φτάσει κοιμισμένους στο χείλος του γκρεμού. 

Εμείς καλούμαστε πρώτα να αφυπνιστούμε, έπειτα να αντιδράσουμε, να διεκδικήσουμε και να απαιτήσουμε. Και αν μου λέτε ότι όλα είναι προκαθορισμένα και δεν αλλάζουν, θα σας πω δειλούς και θα σας προκαλέσω ότι αν ο καθένας από εμάς προσπαθήσει από μόνος του, τότε θα συναντηθούμε και η ισχύς της μάζας θα κυριαρχήσει. Σε αντίθετη περίπτωση ή θα είμαστε υποταγμένοι στο σύστημα της μιζέριας ή θα είμαστε αφελείς και υπνωτισμένοι, αναρωτώμενοι ¨αν είναι μακριά το χωριό από τα σπίτια¨ ή αναμένοντας τον λύχνο να έρθει στο φώς. 

Τέλος κλείνοντας, καταλήγω ότι μέσα από την κοινωνική και συγκεκριμένα στην περίπτωση μας, από την αγροτική δράση είναι εφικτό να προκύψει κοινωνική ανάπτυξη και ευημερία. Ας μη τους επιτρέψουμε λοιπόν να μας φορτώσουν ως ΚΑΠ άλλο ένα Κοινό Αγροτικό Πραξικόπημα αλλά επιτέλους μια Κοινή Αγροτική Πολιτική προς όφελoς όλων μας.

Δημήτρης Β. Αναγνωστόπουλος
Αγρότης-Γεωπόνος Π.Ε.
MSc Γεωργική Μηχανική και Διαχείριση Φυσικών Πόρων

http://www.agrigate.gr/epaggelmaties/epaggelmaties-geotexnikoi/enimerosi/peri-koinis-agrotikis-politikis-tou-dim-anagnostopoulou
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ - "Περί Κοινής Αγροτικής Πολιτικής" | του Δημ. Αναγνωστόπουλου Reviewed by texnologosgeoponos.gr on 8:00 μ.μ. Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια: