ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

recent

«Η ύπαιθρος έχει μεταλλαχθεί σε καταναλωτή επιδοτήσεων»



Η Κρήτη έχει το πλεονέκτημα του νησιωτικού χαρακτήρα της και θα μπορούσε να αποφασιστεί να χαρακτηριστεί ως χώρος που ασκείται αποκλειστικά η βιολογική γεωργία και αυτό να αποτελέσει την πραγματική της ταυτότητα

Η γεωργία της Κρήτης πρέπει να γίνει πλήρως βιολογική, να σχεδιαστεί αγροτική στρατηγική με εφαρμογή από κάτω προς τα πάνω, σύνδεση με την έρευνα και την καινοτομία καθώς και ανάπτυξη της συλλογικότητας, για την ανάταξη του αγροτικού τομέα, τονίζει η ειδικός στον στρατηγικό σχεδιασμό της γεωργίας, γεωπόνος, αντιπρόεδρος του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, Ευγενία Στυλιανού


• Kυρία Στυλιανού, ο πρωτογενής τομέας της Κρήτης, και ειδικά η γεωργία, μετά το 1980 άρχισε να βουλιάζει. Τι νομίζετε ότι έπαιξε ρόλο;

Η ύπαιθρος της Κρήτης διαχρονικά ήταν χώρος πολύτιμων αξιών: αισθητικής αξίας ως τοπίο, οικονομικής ως παραγωγός προϊόντων διατροφής, κοινωνικής ως συνεκτικό και δυναμικό ανθρώπινο κεφάλαιο, που μέσα από την καθημερινότητά του παρήγε πολιτισμό, περιβαλλοντικής ως κιβωτός χλωρίδας και πανίδας.

Ολο αυτό το πλέγμα των αξιών δημιουργεί το πολυσυζητημένο και πολλά υποσχόμενο «τοπικό συγκριτικό μας πλεονέκτημα». Αυτό που σήμερα οι «απανταχού σωτήρες» με διάφορες πολιτικές και πρακτικές προσπαθούν να αναδείξουν, δυστυχώς από πάνω προς τα κάτω, ως να είναι ένα ωραίο καπέλο που μπορεί να φορεθεί σε κάθε κεφάλι και να αποτελέσει μια «ελκυστική πρόταση» για τουριστική προβολή.

Μέχρι τη δεκαετία του ‘90 ο πρωτογενής τομέας στην Κρήτη άγγιζε το 35% ως προς την απασχόληση και στήριζε πραγματικά την οικονομία του νησιού, αφού το εισόδημα από αυτόν ήταν υψηλότερο σε σχέση με το αντίστοιχο του τουρισμού. Την ίδια περίοδο η Ε.Ε. είχε υψηλό ποσοστό συμμετοχής στο διεθνές εμπόριο των τροφίμων.

Φανταστείτε ότι το 1980 αυτό ήταν 80%! Η Κρήτη την περίοδο εκείνη βρισκόταν σε τροχιά θετικής ανάπτυξης, με ελεγχόμενα ποσοστά αστυφιλίας και με ζωή στην ύπαιθρο, που χαρακτηριζόταν βέβαια από δουλειά με πολλή κούραση, αλλά με χαμόγελο και αξιοπρέπεια. Βεβαίως την ίδια περίοδο υπήρχαν πολλά δομικά προβλήματα και ελλείψεις.

• Μετά τι συνέβη;

Από το 1990 έως σήμερα, με τις διάφορες στρεβλές αγροτικές πολιτικές (ΚΑΠ - Κοινή Αγροτική Πολιτική), η ίδια η Ευρωπαϊκή Ενωση έχασε την επισιτιστική της αυτάρκεια, καθώς επίσης και η χώρα μας, γι’ αυτό παρατηρείται ακόμα και σήμερα το τεράστιο έλλειμμα στο εμπορικό γεωργικό ισοζύγιο και η εξάρτησή μας από τις εισαγωγές σε βασικά διατροφικά αγαθά όπως το κρέας, τα δημητριακά κ.λπ.

Την ίδια περίοδο στη χώρα μας ουδέποτε σχεδιάστηκε μια ποιοτική αγροτική πολιτική εθνικού χαρακτήρα που θα δημιουργούσε τον αγροδιατροφικό τομέα, που θα κάλυπτε το μεγαλύτερο ποσοστό των αναγκών μας, θα στηριζόταν και θα σεβόταν τους φυσικούς πόρους (έδαφος, νερό) μέσα από μία θεσμοθετημένη γεωγραφία για τη γεωργία (ειδικό χωροταξικό), στο πλαίσιο ενός ευρύτερου εθνικού χωροταξικού σχεδιασμού, όπου οι διαφορετικές χρήσεις θα συνυπάρχουν και δεν θα αντιστρατεύονται η μια την άλλη (π.χ. ειδικό χωροταξικό για τον τουρισμό κ.λπ.).

• Τι έκανε η χώρα μας;

Απλώς εφάρμοζε τις ευρωπαϊκές πολιτικές, με μια κακέκτυπη αντιγραφή χωρίς καμία προσαρμογή στις ιδιαιτερότητες και τις διαφορετικότητές μας, και τις βάφτιζε εθνική αγροτική πολιτική.

Το μέσο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, που ήταν οι λογής λογής χρηματοδοτήσεις, έγινε ο σκοπός. Κανείς δεν θα αμφισβητήσει ότι εισέρρευσε πακτωλός ευρωπαϊκών πόρων στη χώρα μας, όμως αντί να χρησιμοποιείται το μέσο για να υπηρετηθούν οι δικές μας προτεραιότητες, πάντα βέβαια εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, έγινε σκοπός, που διατηρούσε όμως σε καλό επίπεδο τις πελατειακές σχέσεις με το «κράτος των αγροτοπατέρων».

Το χειρότερο από όλα ήταν ότι την αποτελεσματικότητα αυτών των πολιτικών τη μετρούσαν βάσει της απορροφητικότητας των χρηματοδοτήσεων και όχι βάσει του πραγματικού κοινωνικού αντίκτυπου.

Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι, αφού δεν υπήρχε τέτοια πολιτική, δεν υπήρχε συντονισμός και κοινή στόχευση σε κανένα επίπεδο και σε καμία δομή (δημόσια ή ιδιωτική, ή συνεταιριστική) που σχετιζόταν με τον τομέα αυτό. Είναι γνωστό το χάσμα μεταξύ των φορέων παραγωγής γνώσης (πανεπιστημιακή και ερευνητική κοινότητα) με τους τελικούς χρήστες–αγρότες.

• Τι έγινε ακριβώς;

Ο απαραίτητος ενδιάμεσος κρίκος μεταφοράς και διάχυσης αυτής της γνώσης (γεωτεχνικοί εφαρμογών) μεταλλάχθηκε σε απλό διαχειριστή των κοινοτικών ενισχύσεων και έχασε τελείως τον προσανατολισμό και την ταυτότητά του. Είναι γνωστό επίσης ότι ο σημερινός τεράστιος κατακερματισμός δομών, μηχανισμών και υπηρεσιών σε όλα τα επίπεδα (κράτος, αποκεντρωμένη διοίκηση, Αυτοδιοίκηση) επιφέρει υπέρογκη γραφειοκρατία και κόστος, αλληλεπικάλυψη αντικειμένων που φέρουν σύγχυση και συγκρούσεις ενώ αναδεικνύονται δημοσιοϋπαλληλίστικες μικροσυντεχνίες που μάχονται, σε μια λογική «να μην αλλάξει τίποτα».

Με έναν ιδιωτικό τομέα που μάχεται να επιβιώσει, αυτενεργώντας και προσπαθώντας να βρει μερίδιο στην αγορά εργασίας, μη καλύπτοντας πάντα τις προσδοκίες των πελατών του, στοχοποιώντας τον αντίστοιχο δημόσιο τομέα για τις εμπλοκές που αντιμετωπίζει, χωρίς να έχει συμπεριληφθεί σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό ως ένα τμήμα που έχει ρόλο.

Σήμερα η ύπαιθρος έχει μεταλλαχθεί σε καταναλωτή άμεσων αλλά και έμμεσων επιδοτήσεων, σε χώρο που προσέφερε την αξία του προς εκμετάλλευση από τρίτους, χωρίς πάντα αντίστοιχη επιστροφή ανταλλάγματος για την τοπική κοινωνία. Εχει απολέσει μέρος της φυσιογνωμίας της με όλες αυτές τις αμφιβόλου αισθητικής «αναπλάσεις».

Επίσης, εξαιτίας του στρεβλού τρόπου οικονομικής ενίσχυσης–επιδότησης που δινόταν στους παραγωγούς, παρατηρήθηκαν φαινόμενα όπως η μείωση της παραγωγής, η εξαφάνιση παραδοσιακών καλλιεργειών με υψηλή προστιθέμενη αξία (όπως ήταν για την Κρήτη, και δη για τον Νομό Ηρακλείου, η σταφίδα), ο εκμαυλισμός των συνειδήσεων, η εγκατάλειψη της υπαίθρου και στο τέλος η φτώχεια.

• Σε τι κατάσταση βρίσκονται οι συνεταιριστικές οργανώσεις;

Οι συνεταιριστικές οργανώσεις σχεδόν στο σύνολό τους βρίσκονται σήμερα σε οικονομική ασφυξία, έχουν χάσει το κοινωνικό τους έρεισμα και την εμπιστοσύνη των μελών τους. Προσπαθούν να μετεξελιχθούν και να λειτουργήσουν ως επιχειρήσεις με καθαρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια σε μια ασφυκτική οικονομική συγκυρία. Δύσκολα πράγματα.

Ευθύνη γι’ αυτήν τη δεινή κατάσταση έχουν όλοι, από το κράτος μέχρι τις διοικήσεις των οργανώσεων, αλλά σαφώς και οι απλοί συνεταίροι. Είχε χαθεί παντελώς η έννοια του ελέγχου από τα μέλη. Οι γενικές συνελεύσεις, που ήταν το κυρίαρχο όργανο των οργανώσεων, υποτάσσονταν στις αποφάσεις των διοικήσεων και διευθύνσεων.

Επίσης, τα μέλη ποτέ δεν κατανόησαν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους μέσα στις οργανώσεις. Το χειρότερο από όλα είναι ότι σήμερα έχει εμπεδωθεί στη συνείδηση του απλού κόσμου η έννοια και δράση της ατομικότητας ως κυρίαρχη και έχει καταρριφθεί η μαγεία και η δυναμική της συλλογικότητας.

• Ποιες στρατηγικές πρέπει να ακολουθηθούν από τους εμπλεκόμενους φορείς;

Διακριτοί ρόλοι μέσα από έναν επανασχεδιασμό από κάτω προς τα πάνω, μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων (κράτος, πανεπιστημιακή και ερευνητική κοινότητα, ιδιωτικός τομέας, συλλογικότητες).

Το κράτος διατηρεί έναν επιτελικό χαρακτήρα μέσα από τη δημιουργία ενός υπουργείου που έχει αρμοδιότητα στη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία, τα τρόφιμα, τη δημόσια υγεία και τους ελέγχους, τα δάση, το φυσικό περιβάλλον και τους πόρους.

Χαράζει ενιαία στρατηγική για όλο αυτό το πλέγμα και αναπτύσσει πολιτικές ανά τομέα, ελέγχει την κυριαρχία των αγορών, αναγνωρίζει τη διαφορετικότητα και τη φυσιογνωμία της κάθε περιοχής της χώρας, σχεδιάζει, αναπτύσσει και ελέγχει τις δομές (δημόσιες ή ιδιωτικές) και τους μηχανισμούς που αναλαμβάνουν μέρος της υλοποίησης αυτών των δράσεων.

Η κάθε περιφέρεια αναδιατάσσει και διαχωρίζει στην πράξη τις δομές προγραμματισμού και σχεδιασμού αυτών των πολιτικών που έχουν στα χέρια τους βάσεις δεδομένων και εργαλεία λήψης απόφασης από αυτές της υλοποίησης, που πρέπει να είναι σε επίπεδο Π.Ε., αυτές της διαχείρισης των χρηματοδοτικών εργαλείων και αυτές που ελέγχουν την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής.

Είναι μεγάλο στοίχημα αυτό, γιατί σήμερα στην πράξη παρατηρούνται φαινόμενα όπως οι δομές διαχείρισης των χρηματοδοτικών εργαλείων να είναι και οι φορείς σχεδιασμού και προγραμματισμού των πολιτικών, αλλά και των ελέγχων της αποτελεσματικότητας της εφαρμογής.

Επίσης, παράλληλα μεριμνά για τη δυνατότητα δημιουργίας νέων μηχανισμών, όπως αυτός π.χ. των γεωργικών συμβούλων ανεξαρτήτως του χαρακτήρα τους (δημόσιου ή ιδιωτικού), προκειμένου να καλύπτεται αυτό το τεράστιο κενό, και είναι αυτοί που έρχονται να λειτουργούν ως ο συνεκτικός κρίκος μεταξύ των πανεπιστημιακών και ερευνητικών ιδρυμάτων, να στηρίξουν επιστημονικά, τεχνικά, καθοδηγητικά τους παραγωγούς στη διαδρομή από το χωράφι στο ράφι, με διασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος και των πόρων του (π.χ. νερό) και ενίσχυση του κλίματος εμπιστοσύνης των καταναλωτών έναντι των παραγωγών όσον αφορά την υγιεινή και ασφάλεια των προϊόντων τους.

• Ο ρόλος των δήμων;

Εξειδικεύουν την περιφερειακή στρατηγική για τον αγροτοδιατροφικό τομέα και αναπτύσσουν δράσεις σε επίπεδο δήμου. Εχουν τη δυνατότητα το επίπεδο παρέμβασής τους να είναι η οικογενειακή εκμετάλλευση – ο παραγωγός.

Απαραίτητα θα πρέπει να διαγνώσουν την υφιστάμενη κατάστασή τους, να αναγνωρίσουν το προφίλ του ενεργού παραγωγικού δυναμικού τους, ει δυνατόν με «ονοματεπώνυμο», προκειμένου να σχεδιάσουν τις εξειδικευμένες δράσεις τους που αφορούν είτε επιμόρφωση είτε εμψύχωση για τη δημιουργία νέων συλλογικοτήτων, είτε ενίσχυση της οικοτεχνίας, είτε προβολή του τοπικού προϊόντος κ.λπ.

• Ποιες καλλιέργειες πρέπει να προωθηθούν στην Κρήτη και με ποιο τρόπο;

Υπάρχουν οι κυρίαρχες δυναμικές καλλιέργειες στο νησί, όπως αυτές της ελιάς, των αμπελιών, των υπαίθριων και θερμοκηπιακών κηπευτικών, των εσπεριδοειδών, παράλληλα με την κτηνοτροφία (με έμφαση στην αιγοπροβατοτροφία) που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του παραγωγικού δυναμικού του τόπου μας.

Εξαιτίας αυτών των καλλιεργειών η περιφέρειά μας κατατάσσεται στην 9η θέση των δυναμικών κλάδων σε επίπεδο Ε.Ε. Βεβαίως υπάρχουν και πολλές μικρότερες, ως επί το πλείστον παραδοσιακές, που θα μπορούσαν να ξαναλειτουργήσουν ως συμπληρωματικό εισόδημα στην τοπική αγροτική οικονομία (όπως είναι τα χαρούπια, οι ντόπιες ποικιλίες λαχανοκομικών, δημητριακών κ.λπ.).

Αν σε όλες αυτές τις καλλιέργειες δοθεί έμφαση για εκσυγχρονισμό και εισαγωγή τεχνογνωσίας και καινοτομίας απόλυτα διασφαλισμένης ως αποτέλεσμα ερευνητικής δουλειάς, είμαστε βέβαιοι ότι η Κρήτη θα ξαναποκτήσει την οικονομική της ευμάρεια που θα στηρίζεται σε μεγάλο ποσοστό στο παραγωγικό δυναμικό της.

• Η βιολογική γεωργία πώς μπορεί να στηριχτεί;

Με όλες αυτές τις στρεβλώσεις που προαναφέραμε η βιολογική γεωργία δεν εντάχθηκε σε κανέναν αναπτυξιακό σχεδιασμό, ούτε εθνικό ούτε περιφερειακό, πολλώ δε μάλλον τοπικό.

Η βιολογική γεωργία δυστυχώς αντιμετωπίστηκε διαχρονικά ως μια διαδικασία απορρόφησης κοινοτικών πόρων και με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να πούμε ότι έχει αξιοσήμαντη παρουσία και στο νησί μας, ιδιαίτερα στην ελαιοκαλλιέργεια.

Παρά το γεγονός ότι σήμερα έχει πλέον παραχθεί πολύτιμη ερευνητική γνώση και μπορεί να αποτελέσει πραγματικά εναλλακτική πρόταση για διαφοροποίηση των αγροτικών μας προϊόντων, η αντιμετώπισή της από μερίδα παραγωγών μάλλον είναι αποκαρδιωτική εξαιτίας της εσφαλμένης αντίληψης που τους δημιούργησαν γι’ αυτήν.

Είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο που θα πρέπει να επανασχεδιαστεί στην πραγματική του διάσταση, πέρα και έξω από κάθε λογική επιδοματική.

Η Κρήτη έχει το πλεονέκτημα του νησιωτικού χαρακτήρα της και θα μπορούσε να αποφασιστεί να χαρακτηριστεί ως χώρος που ασκείται αποκλειστικά η βιολογική γεωργία και αυτό να αποτελέσει την πραγματική της ταυτότητα, αλλά και την αιχμή του δόρατος για όλους εμάς που κατοικούμε και δραστηριοποιούμαστε εδώ.

Είναι ελπιδοφόρο ότι καθημερινά αυξάνονται οι φωνές που συμφωνούν με αυτήν τη λογική.

Συντάκτης: 
Παναγιώτης Γεωργουδής
efsyn.gr
«Η ύπαιθρος έχει μεταλλαχθεί σε καταναλωτή επιδοτήσεων» Reviewed by texnologosgeoponos.gr on 2:45 μ.μ. Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια: