Top Ad unit 728 × 90

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

recent

ΒΙΩΜΕΝΗ ΑΣΤΙΚΗ ΚΗΠΟΥΡΙΚΗ …όταν οι αστοί «καλλιεργούσαν» την πόλη!



Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

«Τι δίκαια και πόσο σιωπηλά είναι τα δέντρα.
Δε ζητάνε στάλα παραπάνω απ’ αυτό που τους αναλογεί.
Είτε σε έρημο είτε σε πολυσύχναστη πλατεία,
η λεύκα λεύκινα, η λεμονιά λεμονένια θα ντυθεί.
(…)
Με δένδρινα μυαλά νουθετούνε. Με θεσπίσματα
θεία αφανίζουνε φυλές».

(«Τα δέντρα», Μανόλης Πρατικάκης)

Τρυγώ τη γιομάτη καρπούς λεμονιά του πεζοδρομίου μου κι αναλογίζομαι τη μη εκτιμημένη προσφορά αυτών των καρποφόρων δένδρων στην πόλη και στους κατοίκους της. Νοιώθω σαν ένας από τους τελευταίους συμμέτοχους σ’ ένα παρελθοντικό γίγνεσθαι, τ’ οποίο απογίνηκε άγνωρο και φυσικά ασύμβατο στους σύγχρονους καιρούς οπού τα προϊόντα της γης προσφέρονται χωρίς ν’ αποκτιώνται και χωρίς να συμμετέχει ο άνθρωπος στην παραγωγή τους˙ χωρίς αυτός νάναι πονητής και πνοός της προσφοράς, όντας αποστιασιοποιημένος από την πρακτική του τόπου του, όντας ξένος με τα γύρω του! Κι όμως, σε όχι μακρινές από το σήμερα εποχές, τούτη η προσφορά αποτελούσε την ουσία του γίγνεσθαι κι είχε κεντρική αναφορά στον τρόπο ζωής του Έλληνα!

 
Κάρπιμος πλούτος στη λεμονιά του πεζοδρομίου…

Είναι πλουμιστή η λεμονιά μου στο άστυ, γιομάτη και λυγούσα από καρπούς μα αδιάφορη ως παρουσία και μη κοιτάμενη από τους παγερούς αστούς, τους μέτοικους της ζήσης κι αμέτοχους στο ζην. Εγώ μολαταύτα τη βλέπω, τη νοιώθω˙ αυτοί, αλί, όχι! Την προσπερνούν, την παραμε-ρούν, τη χτυπούν, την αποκλαδούν σαν τα χαμηλά κλαδιά της μπλέκουνται στα μαλλιά τους, σαν τους γδέρνουν το πρόσωπο ή τους χαράσσουν, με ελαφριά ωσά χάδι χαρακιά, το μπράτσο ή τον ώμο −δυσφορούν γι’ αυτό, για τ’ ό,τι αφέθηκε λιγούσα η λεμονιά ν’ αγγίξει τον άνθρωπο! Δεν επιθυμείται από τον σύγχρονο αστό η έπαφη σχέση με τα γύρα, δεν επιθυμείται το άγγιγμα ψυχής με τα υπαρκτά που συγκροτούν το γίγνεσθαι. Γι’ αυτό δε βλέπεται το δένδρο του πεζοδρομίου, καθώς το βλέμμα δεν αξιολογεί τα εμπροστά και ταπεινά˙ δε συγκινεί η ένστιχτη λεμονιά που εις μάτην προσπαθεί να προκαλέσει την τέρψη με την ομορφιά της, καθώς δε νοιώθεται ως παρουσία, δε θεωρείται ως ύπαρξη, παρά ως σκηνικό στοιχείο του χώρου. Είν’ εν άψυχο πράγμα που έχει απλά λειτουργικό ρόλο στο ανθρώπινο σύστημα ζωής −ή έστω ως αισθητικό στοιχείο λογίζεται−, καθώς η ζωή γίνηκε σύστημα ενταγμένο στον τεχνοκρατισμό της ζήσης. Η ζωή απογίνηκε κοντοζωή, αν και παρουσιάζεται ως υπερζωή, κι υπολογίζεται στα πλαίσια της επιβίωσης, που προκύπτει από την κίνδυνη πορεία του ανθρώπου στον πλανήτη˙ και δεν είναι πια βίος!

Είναι, η λεμονιά, το μόνο δένδρο του πεζοδρομίου έξω από την οικία μου, αυτό που απέμεινε στη λαίλαπα της αποψίλωσης των ζωντανών που ως γύρα συγκροτούσαν τη ζωή. Αργά και σταδιακά, ανύποπτα στη χρονική εξέλιξη, στην ακάτεχη πορεία ζωής, τα δένδρα αποκόπτονταν από τους γειτόνους, από τους οικιστές που θεωρούσαν τα ευρισκόμενα έξω από την οικία τους φυτά του κοινόχρηστου χώρου, τα κοινά δηλαδή πράγματα, ως κτήμα τους ή ως ανοίκεια στοιχεία στο λειτουργισμό τους, μπορεί κι αντίθετα σε αυτόν· μπορεί ακόμα, όντας αφιλοσόφητοι στο ζην, να θεωρούσαν τα στοιχεία των κοινών ως δικαιωματικώς ευπρόσβλητα κι ανεκτά στην τρώση, κι είχαν γι’ αυτό το λόγο το δικαίωμα της προσβολής τους, της απώλειάς τους χωρίς να λογοδοτούν και χωρίς να τιμωρούνται. Κι ας ήταν τα δένδρα αυτά αγαθά, κτήμα όλων, κοινόχρηστα πράγματα! Κι ας ήταν μέρος ενός λειτουργικού συνόλου ζωής! Τους ενοχλούσαν για το λόγο που στο μυαλό τους έπλαθαν ως ικανό της απώλειας, σχετιζόμενο με τη ατομική τους υπόσταση κι όχι με τη συνολική/κοινωνική, κι είχαν γι’ αυτό τη δικαιολόγηση της αφαίρεσής τους.

Έτσι λόγισαν το δικαίωμά τους στα κοινόχρηστα πράγματα: ως επιμερισμένο ατομικό τους δικαίωμα στο όλον, για τ’ οποίο όμως ενεργούν ξέχωρα κι ανεξάρτητα, χωρίς να συσχετίζουν τη δράση τους με το σύνολο πράγμα. Το ατομικό μη νομιμοποιημένο δικαίωμα της προσβολής καθίστατο ισχυρότερο του συνολικού της χρήσης και της απόλαυσης στα πλαίσια του όλου, ακριβώς διότι η κουλτούρα του ενός είχε ατομοκεντρικό και μόνο χαρακτήρα, χωρίς αναφορά στο όλον, παρά το γεγονός ότι εντάσσονταν στην έκφραση του συνόλου! Μολαταύτα δεν συνίστατο στα πλαίσια της άσκησης του δικαιώματος στο όλον, ως πράξη εν αυτώ, αλλά ως ανεξάρτητη ατομική πράξη που δεν εξυπηρετούσε τη λειτουργία του όλου, κι ας υφίστατο στα πλαίσιά του, έχουσα ως τέτοια αρνητική μα −αλί− μη εκτιμήσιμη συνέπεια στο σύνολο! Δε θεωρούνταν έτσι η προσβολή του κοινόχρηστου στοιχείου ως προσβολή του κοινωνικού από το ατομικό ακριβώς διότι η ζωή είχε λογιστεί στη σφαίρα του ατομικού κι όχι του συνολικού˙ του ενός κι όχι της κοινωνίας˙ του τεχνοκράτη της ζωής κι όχι του πονητή του τόπου.

Με άλλα λόγια το όλον κατανικείτο από τον έναν, που αποτελεί έκφραση ενός όλου του ενός, έχοντας καταδικαστική επίδραση στο όλον και κατ’ επέκτασιν στον αφιλοσόφητο κι ασυνείδητο έναν, ο οποίος ως τέτοιος εκφράζει ως πλειοψηφία το σύνολο διαμορφώνοντας τις αξίες του.

 
 
Φροντισμένες οι ελιές του πεζοδρομίου, περιποιημένες από τον αστό “φρουρό τους”…

Με τον καιρό, βλέποντας την κατάσταση αυτή και διεκδικώντας τη σχέση μου με τον τόπο μέσα από τη απαίτηση των κοινών πραγμάτων, θεώρησα πως η προστασία τους πραγματώνεται μόνον υιοθετώντας τα κι αποκτώντας προσωπική σχέση μαζί τους, αφού η αντιμετώπιση της κοινωνίας, εκφραζόμενη ως η κατά συντριπτική πλειοψηφία απόδοση ατομοκεντρικών πράξεων, είναι καταδικαστική γι’ αυτά. Έπρεπε το λοιπόν να εννοηθώ συνειδητά στον τόπο μου, να τον θεωρήσω στο αξιακό του υπόβαθρο και να τον καταστήσω εύφορο ζωής συστηνόμενος εξαρχής στη σχέση μου με αυτόν κι επαναπροσδιορίζοντας τον τρόπο μου μαζί του. Μόνον έτσι εννοούμενος θα μπορούσα να λειτουργηθώ σε αυτόν και να λειτουργήσω ως όντας υφιστάμενος σε μιαν αποσυναρτημένη από το όλον κοινωνία, σε μια απο-κοινωνία, που έχει αποβάλλει τις πηγές της κι έχει αποξεχάσει τις αξίες της. Ο τέτοιος λειτουργισμός δεν είναι τεχνοκρατισμός, όπως αυτός έχει επιβληθεί και προσβάλλει την κοινωνική συνείδηση, αλλά κοινωνισμός, όπως εξυπηρετείται και διαπλάθεται από τη σχέση του ανθρώπου με τα γύρα ως κοινωνού στο όλον. Και τούτη η διάσταση του συμμέτοχου στο κοινωνείν συνιστά μια φιλοσοφία ζωής συγκροτημένη στις θεμελιακές αξίες του πονητή ανθρώπου, του έπαφου και πνοού ως προς το ζην.

Τι ήταν κείνο που κατά βάσιν με οδήγησε ν’ αναταραχθώ σε σχέση με το αμέτοχον της μικροζωής οπού είχα εγκλωβιστεί και κατασταλεί; Τι ήταν κείνο που μ’ έκανε να επιζητήσω μιαν άλλη αποξεχασμένη σχέση με τον τόπο; Η έλλειψη, η απουσία του αγαθού ως αξιακού στοιχείου του τόπου˙ το γεγονός ότι ο τόπος δε λογίζεται βιωματικά και δε ζείται σε σχέση με τις αξίες του. Το ευμεγέθες λεμόνι της λεμονιάς του πεζοδρομίου μου, που το είδα άξαφνα ένα απόγιομα του χειμώνα, όταν με το μέγεθός του και το έντονο κίτρινο χρώμα του υπερίσχυσε του φυλλώματος που το κάλυπτε κι αναδείχτηκε, ήταν αυτό που ως αφορμή μ’ έκανε να συνταραχθώ και ν’ αναλογιστώ την αξία της παραγωγής, το ευ της προσφοράς σ’ ένα περιβάλλον ενάντιό της. Το μέγεθός του ήταν η αφορμή για να εκκινηθώ στο μέσα μου προκαλούμενος από τη ματιά. Και να λογιστώ για τη δυνατότητα να καρπείσαι, να στέργεσαι και να θεριώνεσαι όταν δύνασαι κι έχεις γονιμοποιητική αρχή. Κοιτώντας το λεμόνι αυτό ένοιωσα τη δύναμη της γης, που την έψαξα στους χυμούς της, στον όλο σφρίγος καρπό. Γίνηκα ευθύς σκεφτικός, κι είπα: Τούτο το λεμόνι, το γιγαντικό, το πάνω από ένα κιλό (!), μου δείχνει καταμπροστά, καταδεικτικά, προκλητικά κι ευφάνταστα τη ζωή που δε βλέπω, το αγαθό που εχάθη στην αποζωή οπού αποσβενόμαστε και δε βλέπουμε τα ολόδοτα, δεν απολαμβάνουμε τα κάρπιμα, δε συγκροτούμαστε σε σχέση με τα γύρα, αλλά ξέχωρά τους! Και τούτο συνιστά το μέγα κακό μας, καθόσον, έτσι απόδειπνοι κι ακάτεχοι, δεν κοινωνούμε υπαρκτικά και δε λογιζόμαστε σε σχέση με τις αξίες μας.

 
 
 
Μισό κιλό λεμόνι!.., από τη λεμονιά του πεζοδρομίου μου.

Βεβαίως, δεν ήταν το μέγεθος του καρπού που έκαμε το νεύρο να πάλλει, το λογισμό να ξεστρατεί από τα καθιερωμένα και να γένεται η επανάσταση του νου για την αποζήτηση κείνων που δε βλέπονται, κείνων που προσπερνιούνται και δεν αξιώνονται˙ παρά την τέτοια από τη φύση τους διάσταση. Ήταν η συγκίνηση για το γεγονός της ύπαρξης, που με συνεπείρε. Και τούτο διότι ήθελε η γης να θεριωθεί ομπρός μου και να δειχτεί, ν’ αποδείξει ότι υπάρχει μέσα στον α-γήινο ανθρώπινο νεοπολιτισμό, αυτόν που την πνίγει και την καταπλακώνει, που την αποσυναρτά και την αποδυναμώνει. Υπάρχει όντας αγνοημένη, κι αποκοιτάμενη ημπορεί να δίνει, να παράγει, ν’ αποτελεί αγαθό. Κι επειδή δε βλέπεται από τον αμέτοχο στο ζην άνθρωπο, τον αντίμαχό της με τον τρόπο που λειτουργεί, εμφανίζεται με τη δυναμογένειά της, με την κοσμική της δύναμη. Αποδεικνύει η γης ότι δεν αποσβένεται ως αγαθό, κι ας ο άνθρωπος την εναντιώνεται με τον τρόπο που τη διαχειρίζεται.

Στο άστυ εν προκειμένω, οπού η γης κύρια καταστέλλεται, απαιτείται ο άνθρωπος ως πνοός να (ανα)φανεί κι ως συνειδητός του τόπου να προσδιοριστεί. Απαιτείται ως έπαφος της γης και πονητής της να σταθεί.

Για να γενούν όμως αυτά πρέπει ο άνθρωπος αυτός, ο αστός, ν’ αναλογιστεί ως προς το ζην και να φιλοσοφηθεί στη σχέση του με τα γύρα. Πρέπει ν’ αποκτήσει μιαν άλλην κουλτούρα ζωής, μια συγκρότηση φυσική, να ιδεί τη γη στην κάθε της διάσταση και να την καλλιεργήσει με την ανάσα της εσωτερικής του καλλιέργειας. Τ’ ό,τι παλαιότερα ο άνθρωπος καλλιεργούσε τη γη όπου το μπορούσε −στον κηπάκο του, στην αλτάνα, στο πεζοδρόμιο, στη γλάστρα, παντού οπού υπήρχε γης αφημένη−, αποτελούσε βεβαίως ανάγκη βιωτική, όχι όμως αυστηρά συναρτημένη με την επιβίωση, αλλά με τη βίωση. Ήταν ανάγκη ζωής για την παραγωγή αγαθού, για την αξία να παράγεις και να σε ικανοποιεί η δημιουργία, απολαμβάνοντας τα προϊόντά της. Μια δημιουργία η οποία όμως μετέπειτα απωλέσθη ως αξιακή λειτουργία υποκαθιστάμενη από την αξιοποίηση και την εκμετάλλευση!.. Ήταν γι’ αυτό βιωματική η κηπουρική του ανθρώπου και η σχέση του με τον τόπο, με τη γη, μια μεταβιβαζόμενη ζωτική αξία, μια θετική λειτουργία προκύπτουσα από την ανάγκη του να νοιώθει κηπάρης˙ δηλαδή δημιουργός. Με τόσο απλά πράγματα νοούνταν ο Έλληνας τότες, με αυτά συγκροτούνταν, αισθανόμενος πλήρης με την απλότητα, με τη δυνατότητα να δίνεις στα πλαίσια της πρωτογένειάς σου˙ ως έπαφος της γης. Και το αγαθό υπό αυτή την έννοια, που προέκυπτε ως δημιουργία, είχε ζωτική σημασία κι όχι οικονομική, όπως συμβαίνει σήμερα.

Σε αυτό το πνεύμα, της δημιουργικής συναίσθησης, ο κοινόχρηστος χώρος λογίζονταν αξιακά κι όχι αυστηρά λειτουργικά ή σκηνικά. Σε αυτόν συντελούνταν η ενάσκηση του ανθρώπου στην παραγωγή και η κάρπιμη απολαβή ως ανάγκη ζωής. Ο καρπός είχε αναχθεί σε μέλημα βιωτικό, ακριβώς επειδή είχε υψηλή σημασία η σχέση του ανθρώπου με τη γη, το γεγονός ότι αυτός λειτουργούσε ως παραγωγός στο σύστημα της κοινωνίας, κι όχι ατομικά. Ήταν επομένως κοινωνός ως παραγωγός, κάτι που τον καθιστούσε δημιουργό ως προς ζην. Γι’ αυτό και βλέπουμε να δίνεται μεγάλη αξία στα κοινά τότε, βλέπουμε νάχει ο κοινόχρηστος χώρος μεγίστη σημασία, στο βαθμό που το μέλημα γι’ αυτόν, σε σχέση με τη φροντίδα και την προστασία του, νάναι ίδιο θα λέγαμε με του ιδιωτικού χώρου.

Γιατί συνέβαινε αυτό; Διότι ο καθείς έβλεπε στον κοινόχρηστο χώρο, στο έξω από τον τοίχο του πεδίο, το δικό του μέρισμα και την προσωπική του ευθύνη στα κοινά, όπως κανονικά θα έπρεπε να συμβαίνει σε κάθε έκφραση των κοινών. Στον τέτοιο χώρο είχε δικαιώματα μα και υποχρεώσεις. Ο κοινόχρηστος χώρος δε θίγονταν και δεν προσβάλλονταν, όπως κατά γενικό κανόνα συμβαίνει σήμερα (δέστε τo graffiti και τα συνθήματα σε αυτόν, δέστε την αναίτια κι ασυνείδητη καταστροφή φυτών και στοιχείων του κοινόχρηστου χώρου, δέστε την απαξίωση του νεοαστού προς αυτόν…), αλλά προσλαμβάνονταν ως αγαθό για την παραγωγή αγαθών – προϊόντων. Ο καρπός ήταν προϊόν για τον καθένα κι υπήρχε μιαν ισορροπία ως προς τη χρησιμοποίησή του και μη καταχρηστική χρήση του, ενώ δε λογίζονταν ως εξουσία η εξουσίασή του στα πλαίσια των κοινών, λόγω ακριβώς της κοινωνικής συνείδησης που διακατείχε το σύνολο. Η απόλαυση του φυτού, του άνθους, των προσφορών τους, συνιστούσε το αγαθό που απολαμβάνονταν από το κοινωνικό σύνολο.

Είχε σε παλαιότερους καιρούς ο κοινόχρηστος χώρος της πόλης τη βιωμένη διάσταση της κοινοχρησίας, έτσι που στην έννοια του ενυπήρχε η πρόσληψη υπηρεσιών αλλά και προϊόντων, που γενικώς λογίζονταν ως αγαθά. Βλέπουμε μετά τούτων να «καλλιεργείται» η πόλη, είτε με την καλλιέργεια των παρτεριών των δρόμων, είτε με τη φύτευση καρποφόρων δένδρων στις δενδροστοιχίες, ενώ οι κήποι (κοινόχρηστοι και ιδιωτικοί) ευωδούσαν και καρποφορούσαν, συγκροτούμενοι ως λαχανόκηποι και περβόλια. Σκοπός ήταν οι πολίτες να λαμβάνουν προϊόντα από τον κοινόχρηστο και τον ιδιωτικό χώρο, ο οποίος έτσι, πέραν της περιβαλλοντικής, είχε και χρηστική σημασία. Μιαν τέτοια αντιμετώπιση του κοινόχρηστου χώρου έδινε σε αυτόν διττή αξία και τον έκαμε πολλαπλά σημαντικό ως προς το ζην˙ ήταν χρηστικός αλλά και λειτουργι-κός, εξυπηρετούσε την ανάγκη του ανθρώπου αλλά και τη λειτουργία της πόλης. Τούτο προσέδιδε ευθύνη στον διαχειριστή του, η οποία απέρρεε από τη συνείδηση γι’ αυτόν, καθώς και από το συμμέτοχον στη λειτουργία του.

 
 
 
Είχε, στις αρχές του 20ου αιώνα, ο κοινόχρηστος χώρος της πόλης βιωμένη την έννοια της κοινοχρησίας, την έννοια της πρόσληψης όχι μόνο αγαθών αλλά και προϊόντων. Βλέπουμε έτσι, στη συγκεκριμένη φωτογραφία του 1917 του Pierre Machard, να καλλιεργούνται στα παρτέρια των δενδροστοιχιών πατάτες! Τούτο ως ιδέα μεταφέρθηκε αργότερα στη συγκρότηση της πόλης, με τη φύτευση καρποφόρων δένδρων στις αστικές δενδροστοιχίες, όπως π.χ. λεμονιές, προκειμένου οι πολίτες να λαμβάνουν προϊόντα από τον κοινόχρηστο χώρο, ο οποίος έτσι, πέραν της περιβαλλοντικής, είχε και χρηστική αξία.

Σήμερα που ο κοινόχρηστος χώρος είναι απλά λειτουργικός και σε μεγάλο βαθμό σκηνικός, που δε ζείται και δεν προσλαμβάνεται βιωτικά και δε συγκροτεί βιωματική εμπειρία, που δε λαμβάνεται για τα αγαθά και τις αξίες του, αφού ο άνθρωπος είναι αμμέτοχος των κοινών, ευνόητο είναι ν’ αγνοείται ο ίδιος ως δημιουργία και η προβολή του στο ζην ν’ αποτελεί απείκασμα κι όχι βίωση, νάναι αδιάφορη παρουσία κι όχι εμπειρία. Η ίδια η τοπική κοινωνία που τον ανέδειξε, σε μιαν εκτροπική διάστασή της κατά την εξέλιξή της στο μεταπλαστικό γίγνεσθαι, τον απαξίωσε, τον γκρέμισε ως πρότυπο˙ όχι γιατί ήταν ουτοπικό το εγχείρημα της προσφοράς του, το αντίθετο μάλιστα, αλλά γιατί ήταν ασύμβατο με την κανοναρχία του νέου συστήματος ζωής!

Ο διαχωρισμός των ιδιοκτησιών, ο φράχτης, ο τοίχος συνιστούσαν τότες οριοθέτηση κι όχι αποκλεισμό, για τη διαχείριση του χώρου στα πλαίσια μιας ενότητας, ενός λειτουργικού όλου, τ’ οποίο δεν προέκυπτε στα πλαίσια μιας τυπικότητας ή θεσμικότητας, αλλά της συνειδητής πρακτικής, της λειτουργίας της κοινωνίας στα πλαίσια του ζην. Η ιδιωτικότητα του χώρου και η παραγωγή σε αυτόν λογίζονταν ως ισόρροπη ζήση στα πλαίσια μιας καθολικότητας με συλλογική συνείδηση, που έφτιαχνε τον κοσμικό πολιτισμό της γνώσης, που γένεται συνείδηση κι ευθύνη και ζωή.

Ως ζωή λοιπόν βλέπονταν η κοινωνία κι είχε ασύνορη λειτουργία στα πλαίσια του βίου˙ ήταν υπερβατική, και για όποιον την εννοήσει στην τέτοια της διάσταση ήταν επαναστατική!, με τα όρια της ιδιωτικότητας νάναι λεπτόγραμμα, ακριβώς επειδή δεν ενδιέφερε η συμβατική συμβίωση αλλά ο οργανικός λειτουργισμός, που συντελείται με τον αρμονισμένο βίο στ’ αλώνια της ζωής. Είχε έτσι θερμότητα και συγκραδασμό η κοινωνία των ανθρώπων, μια κατάσταση που έκαμε τους φράχτες και τους τοίχους νάναι όρια διαχειριστικά των μερών του όλου, τ’ οποίο ως όλον, κατίσχυε ως ιδέα αποτελώντας πεδίο της ζωής. Βεβαίως, άλλην η αποστολή του ιδιωτικού σε σχέση με το κοινόχρηστο, καθώς και με το δημόσιο, καθότι είχαν τον ειδικό τους (και ιδικό τους) ρόλο το καθένα για τη λειτουργία της κοινωνίας. Δεν υπερέβαιναν μολαταύτα το όλον, όπως συμβαίνει σήμερα, που το ατομικό διαμορφώνει την απαίτηση τού ενός στο συνόλο, καθόσον ο κοινωνός τότε άνθρωπος ήταν ο καθολικός άνθρωπος, που ζυμώνονταν στην ανάγκη του ζην στα πλαίσια του εν δυνάμει σύμμετρον.

Θα μου πείτε πως, άλλες οι συνθήκες και οι ανάγκες τότες για τις τοπικές κι ειδικότερα για τις αστικές κοινωνίες. Άλλη η σχέση τους με το δημόσιο χώρο˙ πολύ δε περισσότερο με τον ιδιωτικό, που είχε το όριο ως κανονισμό. Ναι, αλλά το ζητούμενο τότες, όπως βεβαίως θα έπρεπε να ισχύει πάντοτε, σε σχέση με την κοινωνία, ήταν το κοινό καλό, τ’ οποίο έβρισκε την έκφρασή του μέσα από το ζην στον χώρο, τον κοινόχρηστο και τον ιδιωτικό˙ που όμως σήμερα δεν υφίσταται ως αρχή και τρόπος ζωής! Η αστική κηπουρική ήταν βιωμένη στον αστό (στον πολίτη γεινότερα) του παρελθόντος και γι’ αυτό συνίστατο ως βιωματική εμπειρία.

Ο άνθρωπος οφείλει να καλλιεργεί για να καλλιεργείται˙ να γένεται δημιουργός στο Είναι. Ως τέτοιος απογίνηκε στο σήμερα, όντας ατομικός κι όχι κοινωνικός στο γίγνεσθαι. Το αποτέλεσμα είναι να χαθεί η σχέση του με τα γύρα, ν’ απωλεσθεί η κοινωνία του στο όλον (που την είχε ο πρόγονος). Απόμονος στον εαυτό του, περιβεβλημένος από κενή, άζωη ύλη, δε βλέπει τον καρπό ουδέ το άνθος, όντας βαλτωμένος στον τεχνοκρατισμό του κι εντέλει στον απομονωτισμό του, δε νοιώθει τη σημασία του κοινωνείν, να λειτουργείς δηλαδή ως συμπράττης και δημιουργός, νάσαι παραγωγός κι όχι παράγωγος˙ δε βλέπεται η αξία της απλότητας, ο πλούτος του ολίγου, παρά επιζητείται η πληθώρα και η πλησμονή, επιζητείται να ζείται η ζωή τεχνητά! Όντας τέτοιος απορρίπτεις ό,τι δονεί, ό,τι πάλλει, διότι δεν το νοιώθεις, κι αντίστοιχα απορρίπτεις κι επικρίνεις ό,τι και όποιον εννοείται στη σχέση του με τα γύρα.

 
 
Είναι οι προσφορές του κήπου ανεκτίμητες, μα δυστυχώς μη συνειδητοποιήσιμες για να προσληφθούν, ακριβώς διότι λείπει η επαφή με τη γη, η σχέση με τα γύρα…

Η εμπειρία μιας τέτοιας αντιμετώπισης είναι σαφώς τραυματική για όποιον τη ζει. Και η μικρή δική μου ιστορία, που αφορά στη γειτονιά μου, κατά τη ζήση μου στο άστυ, όταν αποφάσισα να γενώ αστός, το δείχνει.

Ο δρόμος της γειτονιάς μου, όχι παραπάνω από 100 μέτρα μήκος, αποτελείται από μονοκατοικίες έμπροσθεν των οποίων επιβάλλετο, κατά τον πολεοδομικό κανονισμό, να υφίσταται προκήπιο, ενώ επί των εκατέρωθεν του δρόμου πεζοδρομίων συγκροτούνταν δενδροστοιχίες αποτελούμενες από λεμονιές. Οι λεμονιές αυτές, φυτεύτηκαν σε μιαν εποχή που η ανάγκη του κοινόχρηστου σκοπού της καρποφορίας ήταν σημαντική για την κοινωνία, κάτι που δηλωνόταν και με την καλλιέργεια των προκηπίων με καρποφόρα φυτά και δένδρα ή με λαχανικά, που βεβαίως νοούνταν στα πλαίσια της ιδιωτικής εκμετάλλευσης του χώρου˙ πλην όμως είχε χαρακτήρα κοινωνικό, καθόσον εντάσσονταν στο πνεύμα της συλλογικής θεώρησης του χώρου ως πεδίο προσφοράς με αναφορά στην κοινωνία. Τα προκήπια ήταν περβόλια˙ υπήρχαν τότες κήποι και ροδανθισμένα οικόπεδα. Υπήρχαν καρποφορούσες δενδροστοιχίες, που ο καθείς είχε το δικαίωμα να τις τρυγά, να παίρνει τον καρπό τους μ’ ένα μέτρο νοητό, ισόρροπο στην απολαβή του, καθόσον αυτός θεωρούνταν κοινωνικό αγαθό κι ανήκε στον καθένα. Υπήρχε γενικώς «καλλιέργεια» της πόλης ως γενικότερη αντίληψη και τρόπος ζωής, στα πλαίσια μιας εκπεφρασμένης κοινωνικότητας, δίνοντας την εντύπωση, σε μια μη διαμορφωμένη κατά το σχεδιασμό της πόλης τέτοια κατάστασή της, ότι αυτή συνίστατο ως κηπούπολη!

Εάν σήμερα επισκεφτείτε τη γειτονιά μου δε θα ιδείτε την απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω κανονικότητα, καθώς τα προκήπια έχουν απωλεσθεί, γενόμενα parking ή έχουν καλυφθεί από ασύμβατες με τον προορισμό του χώρου κατασκευές (κατά βάσιν αυθαίρετες), ενώ και οι δενδροστοιχίες ουσιαστικά δεν υφίστανται, καθώς «εμπόδιζαν» και τα δένδρα τους −οι λεμονιές εν προκειμένω− αποκόπηκαν˙ φυσικά μη νόμιμα, αλλά με τη συνήθη ανοχή/αδιαφορία των περιοίκων καθώς και των αρχών! Συγκεκριμένα, από τις 25 λεμονιές των εκατέρωθεν του δρόμου δύο δενδροστοιχιών έχουν σήμερα απομείνει μόνον 5!

Κι επειδή τα πεζοδρόμια της γειτονιάς μου είναι στενά, δε δικαιολογείται πλέον, σύμφωνα με το νέο κανονισμό, η φύτευσή τους σε αντικατάσταση απωλεσθέντος δένδρου ή για τη φύτευση νέου. Έτσι, είναι πλέον καταδικασμένος ο άλλοτε δενδροφυτεμένος και καρποφόρος αυτός γραμμικός χώρος (των πεζοδρομίων), ο σκιασμένος και μυρωδάτος από τους λεμονανθούς, να μείνει στο εξής άδενδρος, άοσμος και παγερός, παραδομένος στη σκληρότητα των υλικών που τον συγκροτούν (των πλακών των πεζοδρομίων και της ασφάλτου του δρόμου), καθώς και στην ακαρπία ενός άγονου συστήματος ζωής!

Στοιχεία λοιπόν του χώρου που τον συνέθεταν στη βάση αξιών και μιας ανώτερης αισθητικής, που συγκροτούσαν την ευγενή και υγιή κατοίκηση περιοχών μη προνομιούχων, αποτελούμενες κατά βάσιν από οικιστές χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, απωλέσθηκαν, μεταπίπτοντας σε στείρες περιοχές, που τις χαρακτηρίζει η κατασκευή και η χρησιμοθηρική/αξιοποιητική εκμετάλλευση του χώρου. Μαζί με τα ευγενή στοιχεία του χώρου απωλέσθηκαν και οι αξίες που τον χαρακτήριζαν κι απέρρεαν από την αντίληψη των ανθρώπων για την κατοίκηση, δείχνοντας την απογύμνωσή του, προκύπτουσα από τη γύμνια των ανθρώπινων ψυχών, οι οποίες πια πληρούνται από ύλη, από βαριά, κακόμορφη κι ασήκωτη ύλη!, κι όχι από την ομορφιά, τη λεπτότητα, την αψηλοσύνη, τη ζωτικότητα, την ευκαρπία.

 
 
Οι Αθηναίοι φύτευαν ζαρζαβατικά παλιά στις γλάστρες των μπαλκονιών τους για τη χαρά της παραγωγής, καθώς και για την απολαβή προϊόντων από τον “κήπο” του σπιτιού τους, ικανοποιώντας ταυτοχρόνως μια ζωτική και μια βιωτική ανάγκη. Εδώ βλέπουμε τη βεράντα του καθηγητή της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολή Πάνου Αναγνωστόπουλου το 1944, με φυτεμένες σε γλάστρες ντομάτες και πατάτες (φωτογραφικό αρχείο: Κώστας Παράσχος).

Μες σ’ αυτή την καταδίκη του πρασίνου, την απόρριψη των κοινών και την απαξίωση του κοινωνίας ως έκφραση της καθολικότητας του ατόμου στο όλον, μπόρεσα και κράτησα άμυνες! Προστάτευσα τη λεμονιά του πεζοδρομίου μου, τη διατήρησα με «νύχια και με δόντια» από τους όνυχες των αρπακτικών Νεοελλήνων, την καλλιεργώ (την ποτίζω, την κλαδεύω, την κοπρίζω…), για να μπορώ να την απολαμβάνω, να την έχω ως αξία ζωής, ως πολύτιμο ζωτικό αγαθό για την πραγμάτωση της θεμελιακής σχέσης με τη γη εν τω άστυ˙ αντίθετα βεβαίως στη συνθήκη ζωής, την ενάντια στη γη, που συστημικά επεβλήθη! Τη λεμονιά αυτήν περιποιούμαι αποβλέποντας πέραν του πρασίνου και στους καρπούς της, όχι με την έννοια της παραγωγής ως επιβιωτική ανάγκη, αλλά ως αξιακή και μεθεκτική παρόρμηση.

Μολοντούτο, φευ, ακόμα κι έτσι ο ενάντιός μου αστός, αυτός που αποστέρησε το καρποφόρο δένδρο (τη λεμονιά του πεζοδρομίου του) από την κοινωνία, είτε με τη βλαπτική ενέργειά του είτε με την αδιαφορία του, με βλάπτει και τώρα και, σ’ ένα άλλο επίπεδο βλάβης μου, μου αποστερεί τον καρπό που τόσο επιθυμώ και που αυτός φρόντισε στο δικό του χώρο να χαθεί διά παντός, παίρνοντάς μου τον καθότι, όπως λέγει, ανήκει στην κοινωνία κι έχει δικαιωματικά τη δυνατότητα της απολαβής του! Οποία αναισχυντία, οποία κακοβουλία και εγωιστική συμπεριφορά… −ας είναι, αρκεί που ημπορώ και συντηρώ δένδρο και παράγω καρπό, κι ας οι κλέφτες της ζωής μού τον αποστερούν!..

Το δε προκήπιό μου, αυτόν τον ολίγο εναπομείναντα γραμμικό χώρο καθαρής ακάλυπτης γης, τον μετέτρεψα σε μικρόκηπο, συγκροτώντας εκεί τον επίγειο παράδεισό μου. Κι έχω την τιμή, με βάση τις αξίες μου και τη συνείδησή μου, να τον διατηρώ ως πηγή ζωής κι ως άσυλο, ως καταφύγιο από τον γύρω εφιάλτη της ζωής, τον οποίο με τις ενέργειες και τον τρόπο ζωής τους φροντίζουν επιμελώς οι νεοαστοί να συντηρούν. Ο γείτονας με επιτιμά γι’ αυτό, με θεωρεί ασύμβατο με την πραγματικότητα και κοντολογίς ασυλλόγιστο, διότι σπαταλώ πολύτιμη γη σε φυτά, στο να διατηρώ κήπο αντίς ν’ αξιοποιώ το χώρο με ύλη! Είναι, επιπροσθέτως, κόπος κατά τη λογική του, άσκοπος κόπος ν’ αφιερώνομαι στην κηπουρική, καθόσον αποτελεί σπατάλη ενέργειας που δε βρίσκει υλική ανταπόκριση, ανταμοιβή με οικονομοτεχνικούς όρους! Γελώ με την ουτιδανότητά του και τον αποστρέφομαι…

Προχωρώ σύμφωνα με την εσωτερική μου παρόρμηση, πληρούμενος όπως το επιθυμώ, κατά την ανάγκη μου να νοιωστώ, θέλοντας βιωματικά να εγνωστώ στη σχέση μου με τον τόπο και ν’ αποζητηθώ ως κηπουρός στη φύση μου˙ ως «επίμονος κηπουρός» να λειτουργήσω στη ζωή μου…

Είν’ ο κόσμος μας μοιραίος και τραγικός στα έργα του και στη σχέση του με τα γύρα. Είν’ ο Νεοέλληνας ανάρμοστος με το υγιώς ζην, καθόσον η χρηστική σημασία του κόσμου του έχει επικρατήσει ως αρχή της ζωής του κι απογίνηκε καταχρηστική για τη ζήση του, έχοντας καταπιεστικά λειτουργήσει για τον ίδιο αυτόν κόσμο κι αρνητικά για τη συνέχειά του. Φαίνεται πως ούτε η σκωπτική κείνη φράση του Εμμανουήλ Ροΐδη για τους τοτινούς Έλληνες του τέλους του 19ου αιώνα, ισχύει πια, που έλεγε ως συμπέρασμα των αιχμηρών συλλογισμών του: «Το αληθές είναι ότι ο Έλλην δεν συμπαθεί τα φυτά, εξαιρουμένων των προσοδοφόρων (σημ.: εννοούσε τα καρποφόρα)» («Αι εξοχαί των Αθηνών», Αθήναι 1889). Η φράση τούτη, παρά την επίκρισή της, θα γινόταν μετά χαράς αποδεκτή σήμερα εάν ίσχυε, όμως αλί δεν ισχύει, καθόσον ο σύγχρονος Έλλην ούτε τα προσοδοφόρα (βλέπε: καρποφόρα) φυτά πλέον αγαπά!

 
 
 Αστικοί λαχανόκηποι: η αντίληψη της βίωσης στο άστυ απορρέουσα από την ιδέα του πονητή ανθρώπου, του έπαφου της γης, του παραγωγού και κοινωνού.

Επιμένω μετά τούτων, και παρά τα εμπόδια και τις αντιτάξεις των γύρω μου, να καλλιεργώ τη λεμονιά του πεζοδρομίου μου, όπως και την ελιά, την κορομηλιά, τη μελιά, τη νεραντζιά, την τίλια κ.ά., όλα γενικώς τα καρποφόρα και μη φυτά του χώρου μου, που ως κοινωνό μού αναλογούν. Επιμένω νάναι περβόλι ο χώρος μου, ο ιδιωτικός και ο κοινόχρηστος, όλος άνθιση, καρποφορία και ζωή. Ίδια επιμένει να προσπαθεί και ο συμμέτοχος αστός φτιάχνοντας αστικούς λαχανόκηπους, δημιουργώντας περβόλια στους κοινόχρηστους χώρους, στις γειτονιές της πόλης που πάψαν, αλί, νάναι κοινωνικές. Επίμονος κηπουρός κι αυτός όπως εγώ, στα πλαίσια ενός ρόλου παραγωγού στην κοινωνία, που προσπαθούμε, χωρίς ν’ αναστέλλουμε τις βασικές επαγγελματικές μας ιδιότητες, νάχουμε επαφή με τη γη και να τη γονιμοποιούμε με την καρπική μας ενέργεια. Μας έχει ανάγκη η κοινωνία, μας έχει ανάγκη η ζωή, ως κοινωνούς και ως κηπουρούς… −όλους επί τω όλον!

———- ♦ ———-

Διαβάστε επίσης…
Η έννοια της φύσης
Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ
ΦΥΣΗ ΑΓΙΑ
Ο νέος άνθρωπος: Εμείς!
Ρίζες
Φύση φυσική ή ανθρώπινη;
ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΦΥΣΗ
ΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΔΑΣΩΣΕΙΣ: Το άγνωστο έργο της δασικής υπηρεσίας για το αστικό πράσινο
Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ
 
 
 
 Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον κλικ ΕΔΩ
Για άμεση ενημέρωση ακολουθήστε μας στο facebook & στο twitter
ΒΙΩΜΕΝΗ ΑΣΤΙΚΗ ΚΗΠΟΥΡΙΚΗ …όταν οι αστοί «καλλιεργούσαν» την πόλη! Reviewed by Τεχνολόγος Γεωπόνος on 7:00 μ.μ. Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

All Rights Reserved by Γεωπόνος Τ.Ε. ''Τεχνολόγος'' © 2014 - 2015
Powered By Blogger, Designed by Sweetheme, Installed By Bloggertips

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.