Ώρα δράσης για τα αγροτικά φωτοβολταϊκά…

«Έτσι θα μετατραπεί η δυσαρέσκεια των αγροτών σε προοπτική ανάπτυξης» - «Πολλά έργα σε πολλούς και όχι όλα τα έργα σε λίγους…» Του Γιάννη Αν...


«Έτσι θα μετατραπεί η δυσαρέσκεια των αγροτών σε προοπτική ανάπτυξης» - «Πολλά έργα σε πολλούς και όχι όλα τα έργα σε λίγους…»


Του Γιάννη Ανδρεάκη

Σε κομβικό σημείο βρίσκεται το ζήτημα των αγροτικών φωτοβολταϊκών – ενός τομέα που μπορεί να συμβάλει τα μέγιστα στην ανάπτυξη της υπαίθρου με την δημιουργία εισοδήματος και θέσεων εργασίας – καθώς επίκειται η εκκίνηση επαφών με τα αρμόδια κυβερνητικά στελέχη.

Ο Κώστας Σπανούλης, πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Αγροτικών Φωτοβολταϊκών (ΠΣΑΦ) και του Πανελλήνιου Συνδέσμου Αγροτικών Θεμάτων (ΠΣΑΘ), αναπτύσσει στη larissanet το πλαίσιο των προτάσεων που αναμένεται να τεθούν κατά το προσεχές χρονικό διάστημα τόσο στον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Σπήλιο Λιβανό, όσο και στον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κώστα Σκρέκα.

Θα πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι οι δύο υπουργοί, όπως και ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Ιωάννης Οικονόμου, έχουν ενημερωθεί με επιστολή από τις 19 Ιανουαρίου 2021 – την οποία είχε δημοσιοποιήσει η larissanet – σχετικά με τα ζητήματα που θέτει ο ΠΣΑΦ.

Ο κ. Σπανούλης επισημαίνει ότι «ο κ. Λιβανόςείδε θετικά την επιστολή και αναμένεται τις επόμενες ημέρες – ενδεχομένως το Σάββατο 6 Μαρτίου – να κάνουμε μια συνάντηση στο Αγρίνιο, όπου είναι η γενέτειρά του για να καταθέσουμε επισήμως τις προτάσεις.

Σε ότι αφορά τον κ. Σκρέκα, το επιτελείο του έχει επεξεργαστεί την επιστολή με τις θέσεις μας, όμως λόγω των δυσμενών εξελίξεων του χιονιά και του κορωνοϊού η συνάντηση θα πραγματοποιηθεί κατά το προσεχές διάστημα».

Η βασική θέση με την οποία θα προσέλθει ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Αγροτικών Φωτοβολταϊκών στον διάλογο, όπως υπογραμμίζει ο πρόεδρος του, είναι η εξής: «Ζητάμε να γίνουν πολλά έργα από πολλούς, φυσικά πρόσωπα και αγρότες. Έργα μικρά έως 500 kw. Με αυτόν τον τρόπο οι αγρότες θα μπορέσουν, με αυτή τη δευτερεύουσα δραστηριότητα, να έχουν ένα μηνιαίο εισόδημα – επί της ουσίας ρευστότητα – και μια οικονομική δυνατότητα ώστε να κλείσουν τις υποχρεώσεις τους έναντι του κράτους και της κοινωνίας. Παράλληλα, θα μπορέσουν με αυτό το εισόδημα να αγοράζουν τα εφόδιά τους και να πληρώνουν τους προμηθευτές, ενώ πλέον θα είναι εφικτό να μην πουλάνε τα προϊόντα τους από το χωράφι, κοψοχρονιά».


Ποια είναι τα οφέλη

Σε αυτό το σημείο ο Κώστας Σπανούλης κάνει ειδική μνεία στα οφέλη που έχουν δημιουργηθεί από τα αγροτικά φωτοβολταϊκά, τόσο για τους αγρότες, όσο και για τις τοπικές κοινωνίες: «Η πρότασή μας δεν είναι κάτι στο οποίο πειραματιζόμαστε σήμερα. Έχει την εκκίνησή της στα έργα του 2011 και του 2012. Συνάμα, αναπτύχθηκαν σε παγκόσμιο επίπεδο πρωτοβουλίες για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Σε αυτό το πλαίσιο εμείς προωθήσαμε τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και κυρίως τις φωτοβολταϊκές μονάδες, οι οποίες:

Πρώτον, έδωσαν ένα εισόδημα, το οποίο είναι πολύ σημαντικό και στηρίζει τον αγρότη σε επίπεδο χρόνου και σε επίπεδο μήνα. Σε ότι αγορά τη μηνιαία ρευστότητα, του δίνει τη δυνατότητα να αγοράζει εφόδια τοις μετρητοίς, άρα με μικρότερο κόστος, ενώ κλείνει τις υποχρεώσεις του σε πετρελαιοειδή και ρεύμα. Θα πρέπει να πούμε ότι το ενεργειακό ανέρχεται στο 35% του συνολικού κόστους παραγωγής. Εμείς κατορθώσαμε να μειώσουμε αυτό το κόστος τουλάχιστον 15%.Το μεγάλο όφελος για εμάς που ασχολούμαστε με τα αγροτικά φωτοβολταϊκά είναι πως δεν πουλάμε τα προϊόντα μας κοψοχρονιά από το χωράφι λόγω αδυναμίας ρευστότητας. Τα αποθηκεύουμε – είτε συλλογικά, είτε μεμονωμένα – και τα πουλάμε την κατάλληλη χρονική στιγμή, οπότε αυτό μας δίνει ένα επιπλέον εισόδημα 20%. Δηλαδή δεν κερδίζουν οι πέντε μεσάζοντες, αλλά κερδίζουν όλοι οι αγρότες.

Δεύτερον, με αυτόν τον τρόπο αναπτύσσεται η εκάστοτε περιοχή είτε με νέες καινοτόμες δραστηριότητες και καλλιέργειες, είτε στο ζωικό κεφάλαιο. Αυτά έχουν γίνει στα ορεινά της Ηπείρου, όπως και στις ορεινές περιοχές των Τρικάλων, της Λάρισας (Βερδικούσια, Λιβάδι κ.α.).

Συνάμα, από τον πρωτογενή τομέα μειώνεται η ανεργία, στηρίζεται ο δευτερογενής τομέας έχοντας επίδραση σε πάνω από 100 επαγγέλματα, κρατιούνται οι επαρχιακές πόλεις ζωντανές, δημιουργείται αλυσίδα αξίας και εθνικό προϊόν».
Τα αιτήματα

Βασικό αίτημα που καταθέτει ο ΠΣΑΦ, όπως υπογραμμίζει ο Κώστας Σπανούλης, είναι «οι αιτήσεις αγροτών και φυσικών προσώπων που δεν έλαβαν όρους σύνδεσης (απόρριψη λόγω αδυναμίας δικτύων) ή θα απορριφθούν μελλοντικά, να μπορούν συλλογικά να δημιουργήσουν μία νέα φωτοβολταϊκή μονάδα – έως 500 kw έκαστος – σε μια περιοχή».

Σχετικά με την «βροχή» απορρίψεων επισημαίνει χαρακτηριστικά πως «οι απορριφθείσες αιτήσεις στη Θεσσαλία ξεπερνούν τις 350, ενώ στην Π.Ε. Λάρισας είναι 120. Οι απορρίψεις θα είναι ραγδαίες, άρα μπορεί να φτάσουν και τις 1.500. Σε ότι αφορά αιτήσεις του 2020 απορρίπτονται 9 στις 10. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα δίκτυα ήταν περιορισμένα και έγινε κατάληψή τους από μεγάλες εταιρίες, όπως και από εικονικές ενεργειακές κοινότητες.

Στο πλαίσιο αυτό δημιουργήθηκε αθέμιτος ανταγωνισμός μιας και οι αγρότες από την 1η Ιουλίου 2013 έως και την ψήφιση του Ν.4602/3-3-2019 (νόμος Σταθάκη)δεν είχαν δικαίωμα να καταθέσουν φακέλους για κατασκευή φωτοβολταϊκών μονάδων έναντι όλων των άλλων επενδυτών (εταιρίες, ενεργειακές κοινότητες κλπ.)».

Σε αυτήν την συγκυρία οι βασικές προτάσεις που καταθέτει ο ΠΣΑΦ – το συνολικό πλαίσιο περιλαμβάνεται στην επιστολή της 19ης Ιανουαρίου – όπως αναφέρει ο κ. Σπανούλης, είναι οι εξής:

«Επιβάλλεται να γίνει αναβάθμιση των δικτύων και αυτή να ξεκινήσει επί της προτάσεως όπου πρόκειται να δημιουργηθούν οι συμπράξεις αγροτών και φυσικών προσώπων για τη δημιουργία φωτοβολταϊκής εγκατάστασης.

Αν αυτό δεν είναι εφικτό να ισχύσει κάτι αντίστοιχο με τη μεταφορά του συντελεστή δόμησης, ώστε να μην κατασκευαστεί φωτοβολταϊκή μονάδα σε γη υψηλής παραγωγικότητας. Δηλαδή οι απορριφθέντες αγρότες να μεταφέρουν το δικαίωμα εγκατάστασης σε έκταση άγονη – σε ορεινή ή ημιορεινή περιοχή – όπου εκεί αυτοί θα δημιουργήσουν την υποδομή, θα πληρώσουν τους στύλους του ΔΕΔΔΗΕ, τις γραμμές, θα κατασκευάσουν υποσταθμό αν χρειαστεί και θα δημιουργήσουν ένα νέο δίκτυο».

Αναλύοντας αυτήν την πρόταση ο Κώστας Σπανούλης τονίζει τα εξής: «Εμείς, στον ΠΣΑΦ, ζητάμε να ομαδοποιήσουμε τις απορριπτόμενες αιτήσεις τόσο των αγροτών, όσο και των φυσικών προσώπων και θα καταθέσουμε επισήμως αιτήματα ζητώντας να βελτιωθούν τα δίκτυα σε 4- 5 περιοχές. Αν δεν είναι εφικτό αυτό, θα αντιπροτείνουμε οι αποριπτόμενες αιτήσεις από οποιαδήποτε περιοχή κι αν προέρχονται να μεταφερθούν ως 2η ή 3η επιλογή σε έκταση χαμηλής παραγωγικότητας (ορεινή ή άγονη περιοχή) την οποία θα υποδείξουν οι αγρότες.

Η κάθε μία μονάδα δεν θα ξεπερνά τα 500 kw,πάνω στην έκταση που ο αγρότης θα αγοράσει ή θα νοικιάσει.

Αφού δημιουργήσουμε τις υποδομές, τον υποσταθμό κλπ. θα είναι εφικτό να “κουμπώσει” ένα ποιμνιοστάσιο ή ένα θερμοκήπιο που θα βρίσκεται κοντά ώστε να πάρει ηλεκτρικό ρεύμα, το οποίο δεν θα μπορούσε να γίνει υπό άλλες συνθήκες».

«Αν αυτό δεν είναι ανάπτυξη, τότε τι είναι;» υπογραμμίζει χαρακτηριστικά.


Κίνητρα για φωτοβολταϊκά έως 100 kw

Ο Κώστας Σπανούλης τονίζει πως πρέπει να θεσπιστούν κίνητρα σε φυσικά πρόσωπα που θέλουν να δημιουργήσουν μικρότερες φωτοβολταϊκές μονάδες έως 100 kw. Μάλιστα, αναφέρεται στον N. 4643/2019 (νόμος Χατζηδάκη), ο οποίος δίνει τη δυνατότητα στους αγρότες ως αυτοπαραγωγoί να εκχέουν στο δίκτυο το 75% της παραγόμενης ενέργειας ως πώληση, το δε 25% να το συμψηφίσουν. Πάντως τονίζει ότι αυτός ο νόμος δεν έχει εφαρμοστεί στην πράξη και υπογραμμίζει την ανάγκη ενεργοποίησής του.

Αναλυτικά, ο πρόεδρος του ΠΣΑΦ ζητά να δοθεί η δυνατότητα:

α) Οι φωτοβολταϊκοί σταθμοί έως 100kw των κατ’ επάγγελμα αγροτών να εξαιρούνται των διαγωνισμών όπως οι κτιριακές εγκαταστάσεις της διευκρινιστικής εγκυκλίου 125699/461330/12/2020.Η δε τιμή πώλησης να είναι σταθερή, με 7 λεπτά την κιλοβατώρα.

β) Για έργα έως 100kw ο συμψηφισμός 25% να έχει απόκλιση έως 10% κάτ’ έτος και να οδεύει προς πώληση. (Λόγω αμειψισποράς αγροτεμαχίων από υποχρεώσεις της ΚΑΠ με ξηρικές καλλιέργειες, δυσμενείς καιρικές συνθήκες, ένταξη παραγωγών σε γεωργοπεριβαλλοντικά προγράμματα καθώς και παραγωγών που αρδεύουν από ελεύθερη ροή με χαμηλότερη κατανάλωση ρεύματος).

Για δε έργα έως 500kW να παραμείνει το 25–75 ως έχει.

Από τα 100kW του συμψηφισμού, τα 20kW της αυτοπαραγωγής να μπορούν να επιδοτηθούν, εάν εγκρίθηκαν από το μέτρο 4.1.3 των σχεδίων βελτίωσης του Π.Α.Α., ή εγκριθούν με τη νέα προκήρυξη του μέτρου 4 .1.2 (Εξοπλισμός για τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της άρδευσης, όπως φωτοβολταϊκό σύστημα και φορητή αυτόνομη διάταξη επαναφορτιζόμενων μπαταριών ιόντων λιθίου). Για τα δε 80kw η παραγωγή της να πωλείται.

Τέλος, οι όροι σύνδεσης να δίδονται συνολικά για τους σταθμούς έως 100kw στην φωτοβολταϊκή μονάδα.
Οι υπόλοιπες προτάσεις που καταθέτει ο Κώστας Σπανούλης περιλαμβάνουν:

Ενεργοποίηση δικαιωμάτων: Οι εκτάσεις – που αυτή τη στιγμή αγγίζουν τις 200.000 στρέμματα με τις ήδη υπάρχουσες φωτοβολταϊκές μονάδες και με τις νέες αιτήσεις που θα εγκριθούν – να ενεργοποιούν δικαιώματα. Με αυτόν τον τρόπο θα είναι δυνατή η εισροή στη χώρα κονδυλίων 70 εκατ. ευρώ κατ’ έτος για τα επόμενα χρόνια, ενώ το συνολικό ποσό στο πλαίσιο της Νέας ΚΑΠ 2022-2027 μπορεί να φτάσει τα 400 εκατ. ευρώ.

Μικρές ανεμογεννήτριες: Δυνατότητα εγκατάστασης κατά προτεραιότητα μικρών ανεμογεννητριών, με λειτουργία και ως ανεμομίκτες, για τους κατ’ επάγγελμα αγρότες με στόχο την αποφυγή παγετώνων και άλλων δυσμενών καιρικών συνθηκών μέσω της διαδικασίας, αφενός μεν της ανεμόμιξης και αφετέρου της παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας προς πώληση.

Οι ανεμογεννήτριες αυτές δύναται να ενσωματωθούν στο πρόγραμμα ενισχύσεων του ΕΛΓΑ, όπως συμβαίνει και με τα αντιχαλαζιακά δίχτυα.

Το κέρδος για τον ΕΛΓΑ θα είναι η αποφυγή αποζημιώσεων π.χ. για: Πορτοκαλεώνες, ακρόδρυα, συμπύρηνα, οπωροκηπευτικά κ.ά.

Τροποποίηση του νόμου 3874/2010 (Μητρώο αγροτών και αγροτικών εκμεταλλεύσεων) και ειδικότερα των παραγράφων που αφορούν Αγροτική εκμετάλλευση και Αγροτική δραστηριότητα.

Κλείνοντας ο πρόεδρος ΠΣΑΦ και ΠΣΑΘ δηλώνει: «Πολλά έργα σε πολλούς και όχι όλα τα έργα σε λίγους.Ο πρωτογενής τομέας μπορεί να είναι μοχλός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Για να στηριχθεί ο πρωτογενής τομέας πρέπει να υπάρξουν δευτερεύουσες δραστηριότητες, ειδικά σ’ αυτή τη συγκυρία. Οι αγρότες πρωτοπορούν και μπορούν να εγκαταστήσουν φωτοβολταϊκές μονάδες. Λείπει το θεσμικό πλαίσιο. Ώρα για δράση…». 


 ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET

 Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον κλικ ΕΔΩ
Για άμεση ενημέρωση ακολουθήστε μας στο facebook και στο twitter

 

Σχόλια