διαΝΕΟσις: Οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στη Λάρισα και στη γεωργία

Οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στη Λάρισα και στη γεωργία Eπιμέλεια: Θοδωρής Γεωργακόπουλος «Στη Λάρισα και τη Θεσσαλονίκη εκτιμάται ότ...


Οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στη Λάρισα και στη γεωργία
Eπιμέλεια: Θοδωρής Γεωργακόπουλος
«Στη Λάρισα και τη Θεσσαλονίκη εκτιμάται ότι οι καλλιέργειες θα επηρεαστούν πολύ και από ακραία φαινόμενα»

Μια ερευνητική ομάδα υπό τον συντονισμό του καθηγητή του ΕΚΠΑ Κώστα Καρτάλη μελετά τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στον τουρισμό, την πρωτογενή παραγωγή και τη ζωή στις πόλεις στις αμέσως επόμενες δεκαετίες. Την έρευνα του Οργανισμού Έρευνας και Ανάπτυξης διαΝΕΟσις, που επιμελήθηκε ο Θοδωρής Γεωργακόπουλος, εστιάζει στη Λάρισα, όπου οι καλλιέργειες θα επηρεαστούν πολύ από τα ακραία φαινόμενα, ενώ και στην πόλη μας η μέγιστη θερμοκρασία θα αυξηθεί και θα υπερβαίνει τους 37 βαθμούς.

Το ότι η κλιματική αλλαγή έχει ήδη σημαντικές και δραματικές συνέπειες στις ζωές δισεκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο δεν είναι κάτι που να χρειάζεται μεγάλη έρευνα για να τεκμηριωθεί. Το «φαινόμενο του θερμοκηπίου» είναι γνωστό και καλά κατανοημένο από τη δεκαετία του 1960, ενώ η παγκόσμια επιστημονική επιτροπή που συστάθηκε υπό την αιγίδα του ΟΗΕ για να παρακολουθεί το φαινόμενο (η «Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος» ή IPCC) λειτουργεί από το 1988. Παρόλα αυτά, δεν έχει γίνει ακόμα ευρέως και πλήρως κατανοητό το τι θα σημαίνει η γρήγορη υπερθέρμανση του πλανήτη τις επόμενες δεκαετίες. 
Τα τελευταία χρόνια η διαΝΕΟσις έχει αναπτύξει μια έντονη δραστηριότητα για το θέμα, δημοσιεύοντας μία μεγάλη έρευνα και μια σειρά από άλλα κείμενα και, επιπλέον, διοργανώνοντας ή συμμετέχοντας σε πολυάριθμες εκδηλώσεις με στόχο να γίνουν καλύτερα κατανοητές και εύληπτες όλες οι πτυχές του φαινομένου και, κυρίως, οι συνέπειες που θα έχει στο κοντινό μας μέλλον. Στην έρευνα του 2017, μια ομάδα ερευνητών με συντονιστή τον καθηγητή του ΕΚΠΑ Κώστα Καρτάλη ανέλυσε με λεπτομέρεια τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής σε 53 περιοχές της Ελλάδας, χωρίζοντας όλη την επικράτεια σε «τετράγωνα» πλευράς 50 χιλιομέτρων. Οι ερευνητές στη συνέχεια προχώρησαν στην ανάλυση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής σε κάθε μία από αυτές τις περιοχές για τα μέσα του αιώνα και στη συνέχεια περίγραψαν το τι θα σημαίνουν αυτές οι συνέπειες για διάφορους κλάδους της ελληνικής οικονομίας. Τα ευρήματα είχαν μεγάλο ενδιαφέρον.


Στη νέα τους έρευνα, η ομάδα του κ. Καρτάλη πηγαίνει την ανάλυση σε επόμενο επίπεδο: αυτή τη φορά χώρισαν την επικράτεια σε τετράγωνα πλευράς 12,5×12,5 χιλιομέτρων, δηλαδή σε περίπου 850 διαφορετικές περιοχές. Στη συνέχεια πήραν τρία από τα σενάρια που έχει διαμορφώσει ο IPCC για το πώς θα εξελιχθούν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στο μέλλον, και εξέτασαν τι θα σημαίνουν αυτές οι αλλαγές για 21 διαφορετικούς κλιματικούς δείκτες σε κάθε μία από εκείνες τις 850 περιοχές της χώρας για κάθε ένα από αυτά τα σενάρια και, μάλιστα, για δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους: την 20ετία 2026-2045 και την εικοσαετία 2046-2065. 
Με αυτή την ανάλυση κατέγραψαν για πρώτη φορά για αυτό το σετ των κλιματικών παραμέτρων και δεικτών και τον συνδυασμό των κλιματικών μοντέλων, τις πιο ακριβείς εκτιμήσεις που είναι διαθέσιμες για τις κλιματικές συνθήκες στην Ελλάδα τις επόμενες δεκαετίες, ανάλογα με το αν η ανθρωπότητα θα καταφέρει να περιορίσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου ή όχι. Στη συνέχεια, οι ερευνητές αξιολογούν ακριβώς το τι σημαίνει η επικράτηση τέτοιων συνθηκών για τρεις κλάδους της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας: τον πρωτογενή τομέα, τον τουρισμό και τη ζωή στις πόλεις, προτείνοντας λύσεις πολιτικής για κάθε περίπτωση. 
Επιπλέον, καταγράφουν την κατάσταση στους τομείς της ενέργειας και των μεταφορών, τις γενικότερες οριζόντιες λύσεις που χρειάζεται το θεσμικό πλαίσιο της χώρας για να ανταπεξέλθει στις νέες συνθήκες, ενώ περιγράφουν και μια εικόνα για τις εκπομπές ανά κάτοικο, δίνοντάς μας μια ένδειξη για το πόσο συνεισφέρει η καθεμία και ο καθένας από εμάς στο πρόβλημα.


Παρακάτω έχουμε συγκεντρώσει μερικά από τα βασικά στοιχεία και τα κεντρικά συμπεράσματα της έρευνας. Αλλά πρώτα, αξίζει να αναφέρουμε μερικά βασικά πράγματα για το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής.



Γιατί αλλάζει το κλίμα


«Kλιματική αλλαγή» αποκαλούμε κάθε μεταβολή του παγκόσμιου κλίματος που εκτείνεται σε μεγάλες χρονικές περιόδους (30 έτη και άνω). Σήμερα, ωστόσο, ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψουμε τη σταδιακή θέρμανση της ατμόσφαιρας του πλανήτη μας που καταγράφεται τα τελευταία 150 χρόνια. Ο λόγος που συμβαίνει αυτή η θέρμανση είναι, βεβαίως, το «φαινόμενο του θερμοκηπίου«: όσο κάποια αέρια όπως το διοξείδιο του άνθρακα ή το μεθάνιο συσσωρεύονται περισσότερο στην ατμόσφαιρα, τόσο περισσότερη ακτινοβολία που εκπέμπεται από τη Γη εγκλωβίζεται στην κατώτερη ατμόσφαιρα, με αποτέλεσμα την αύξηση της θερμοκρασίας. 
Βεβαίως, η περιεκτικότητα της ατμόσφαιρας σε τέτοια αέρια αυξομειώνεται και μέσα από φυσικές διεργασίες σε κλίμακα γεωλογικών περιόδων. Στο παρελθόν έχουν υπάρξει περίοδοι με ακόμα περισσότερα «αέρια του θερμοκηπίου» στην ατμόσφαιρα από ό,τι σήμερα και ο πλανήτης ήταν πολύ πιο θερμός τότε. Η διαφορά είναι ότι, βεβαίως, η θέρμανση αυτή τη φορά γίνεται πολύ πιο γρήγορα και ότι στην επιφάνεια του πλανήτη ζουν άνθρωποι. Μέχρι τώρα στην ιστορία της ανθρωπότητας η συγκέντρωση, για παράδειγμα, CO2 στην ατμόσφαιρα ποτέ δεν είχε ξεπεράσει τα 300 μέρη ανά εκατομμύριο (ppm). Το 1860 ήταν στα 286ppm. 
Η ανθρώπινη δραστηριότητα, όμως, έστελνε ολοένα και περισσότερο CO2 στην ατμόσφαιρα, μέσα από διάφορες νέες και ολοένα πιο έντονες διεργασίες (καύση ορυκτών καυσίμων για την παραγωγή ενέργειας, εντατική γεωργία και κτηνοτροφία κ.ά.), καθώς και άλλα αέρια του θερμοκηπίου, όπως μεθάνιο και υποξείδιο του αζώτου. Μέχρι το 1970 η συγκέντρωση του CO2 στην ατμόσφαιρα είχε φτάσει τα 326ppm. Το 2000 ξεπέρασε τα 370ppm. Σήμερα έχει πια φτάσει τα 414ppm. Η Γη δεν ξαναείχε ποτέ τόσο υψηλές συγκεντρώσεις αερίων θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα τα τελευταία 3,5 εκατομμύρια χρόνια. Ως εκ τούτου, ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία η ανθρωπότητα δεν είχε ζήσει σε έναν τόσο θερμό πλανήτη όσο εμείς σήμερα.­

Η έρευνα της διαΝΕΟσις, όπως αναφέραμε, κοιτάζει τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής σε σχεδόν 850 περιοχές της ελληνικής επικράτειας και για 21 διαφορετικούς κλιματικούς δείκτες για τις 20ετίες 2026-2045 και 2046-2065, για κάθε ένα από αυτά τα τρία σενάρια του IPCC.

Ας ρίξουμε μια ματιά στα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει.

Η Ελλάδα του κοντινού μέλλοντος

Για τις περισσότερες ανθρώπινες δραστηριότητες ο σημαντικότερος παράγοντας που επηρεάζεται από την κλιματική αλλαγή είναι, βεβαίως, η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας. Αλλά για επιμέρους τομείς, είναι σημαντικοί και άλλοι δείκτες. Για τη γεωργία και την κτηνοτροφία, ας πούμε, παίζει πολύ σημαντικό ρόλο η βροχόπτωση, τα ακραία καιρικά φαινόμενα, η ξηρασία και η διάβρωση του εδάφους. Αυτοί οι παράγοντες αλληλοεπηρεάζονται και όλοι θα επηρεαστούν δραματικά από τις αλλαγές στο κλίμα το επόμενο διάστημα. 
Με τη σειρά τους, δε, επηρεάζουν την αγροτική και την κτηνοτροφική παραγωγή με πολλούς, περίπλοκους τρόπους, από τη διαθεσιμότητα υδάτινων πόρων και τη γονιμότητα του εδάφους μέχρι την εμφάνιση παρασίτων και ασθενειών. Το ότι θα έχουμε μεγαλύτερες θερμές περιόδους κάθε χρόνο, συχνότερη εμφάνιση ακραίων καιρικών φαινομένων, ξηρασία σε περισσότερες εκτάσεις και συχνότερες πλημμύρες θα παίξει, ασφαλώς, πολύ μεγάλο ρόλο. 
Οι ερευνητές δεν περιορίστηκαν στην εξέταση τυπικών κλιματικών παραμέτρων αλλά κοίταξαν και πιο σύνθετους δείκτες που φτιάχτηκαν ειδικά για να μας δώσουν μια πληρέστερη, πιο συνδυαστική εικόνα για το πώς θα είναι η κατάσταση τότε σε κάθε περιοχή της Ελλάδας. 
Για τις ανάγκες αυτής της έρευνας, μελέτησαν το πώς θα αλλάξουν 21 κλιματικές παράμετροι και δείκτες. Στη συνέχεια, μελέτησαν όσα μας λένε αυτοί οι δείκτες για τις πιέσεις σε συγκεκριμένες περιοχές και συγκεκριμένους τομείς της δραστηριότητας: τη γεωργία/κτηνοτροφία, τον τουρισμό και τη ζωή στις πόλεις.

Αυτή τη φορά, δε, οι επιπτώσεις εξετάστηκαν όχι μόνο για την 20ετία 2046-2065, αλλά και για την 2026-2045. Οι δε συγκρίσεις γίνονται με την περίοδο 1971-2000.


«Σε περιοχές όπως η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη και η Λάρισα οι ημέρες στις οποίες η μέγιστη θερμοκρασία υπερβαίνει τους 37 βαθμούς θα αυξηθούν πολύ»

Στη συντριπτική πλειοψηφία των κλιματικών παραμέτρων και γεωγραφικών περιοχών που εξετάζονται, οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην Ελλάδα είναι αρνητικές, αν και δεν είναι πάντα της ίδιας έντασης και δεν αποτυπώνονται ισότιμα σε όλες τις παραμέτρους ή τις περιοχές της χώρας. Η μέση θερμοκρασία στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας την περίοδο 1971-2000, για παράδειγμα, ήταν 15,6 βαθμοί Κελσίου. Αυτός ο αριθμός από μόνος του δεν μας λέει πολλά. Ωστόσο, η μεταβολή που προβλέπεται από όλα τα σενάρια είναι που πρέπει να μας απασχολεί -θα φτάσει γύρω στους 17 βαθμούς σύμφωνα με τα καλύτερα σενάρια, αλλά θα αγγίξει τους 18 αν ισχύσει το «χειρότερο».

Άλλα παραδείγματα μπορεί με μια πρώτη ανάγνωση να φαντάζουν ακόμα και θετικά. Την περίοδο 1971-2000 η ευρύτερη περιοχή των Ιωαννίνων γνώριζε κατά μέσο όρο περίπου 31 ημέρες παγετού (το σύνολο των ημερών κατά τις οποίες η ελάχιστη ημερήσια θερμοκρασία δεν υπερβαίνει τους μηδέν βαθμούς Κελσίου) τον χρόνο. Αν ισχύσει το «καλό» (μα πολύ δύσκολο) σενάριο RCP 2.6, τα επόμενα 40 χρόνια θα έχουν κατά μέσο όρο περίπου 19 ημέρες παγετού τον χρόνο. Αν ισχύσει το «μεσαίο», θα έχουν 12 την επόμενη 25ετία. Κι αν ισχύσει το χειρότερο σενάριο, τα Ιωάννινα θα έχουν μόνο 5 ημέρες παγετού τον χρόνο μέχρι τα μέσα του αιώνα.

Γενικά, όμως, οι αναμενόμενες συνθήκες θα είναι χειρότερες. Όπως ξέρουμε και από την προηγούμενη έρευνα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μέχρι το 2050 οι ημέρες με καύσωνα στην Ελλάδα θα αυξηθούν κατά 15-20 ημέρες ετησίως, η βροχόπτωση θα μειωθεί από 10% έως 30%, οι ημέρες υψηλού κινδύνου πυρκαγιάς θα αυξηθούν από 15% έως και 70% και τα ακραία καιρικά φαινόμενα θα είναι πολύ πιο συχνά. 
Συνολικά στο επίπεδο της χώρας, αν ισχύσει το «καλό» σενάριο RCP 2.6 η θερμοκρασία θα αυξηθεί περί τους 2 βαθμούς μέχρι τα μέσα του αιώνα. Αν ισχύσει το «μεσαίο» RCP 4.5 θα αυξηθεί μέχρι και 2,5 βαθμούς, ενώ αν ισχύσει το εφιαλτικό RCP 8.5, η αύξηση θα φτάσει τους 3,4 βαθμούς στην ηπειρωτική Ελλάδα. Όπως γράφουν οι ερευνητές, «η χώρα αποκτά σταδιακά θερμότερο και ξηρότερο κλίμα, με ακραία καιρικά φαινόμενα που θα είναι εντονότερα, συχνότερα και με μεγαλύτερη διάρκεια».

Ας δούμε τι συνέπειες θα έχει αυτό στους κλάδους που μελετά η έρευνα.

Ο αγροτικός και κτηνοτροφικός τομέας

Ένα ενδιαφέρον εύρημα που σίγουρα κάποιοι δεν θα περίμεναν να διαβάσουν σε μια τέτοια έρευνα: οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στον πρωτογενή τομέα δεν είναι μόνο αρνητικές. Για παράδειγμα, όπως αναφέρουν οι ερευνητές σε όλες τις περιπτώσεις και για πολλές καλλιέργειες η βλαστική περίοδος θα επιμηκυνθεί. Σε κάποιες περιοχές θα διευρυνθεί ή θα αλλάξει η δυνατότητα ανάπτυξης κάποιων καλλιεργειών (οι αυξημένες θερμοκρασίες γενικά ωφελούν το βαμβάκι). Περιοχές που έως τώρα ήταν ακατάλληλες για την καλλιέργεια συγκεκριμένων ποικιλιών κρασιού, τώρα θα γίνουν κατάλληλες. 
«Η εκτιμώμενη αύξηση της βλαστικής περιόδου διαμορφώνει ευνοϊκότερες συνθήκες καλλιέργειας σε όλη την Ελλάδα», γράφουν οι ερευνητές «ενώ είναι πιθανόν ότι θα αυξηθούν οι περιοχές που θα είναι κατάλληλες για καλλιέργεια». Επιπλέον, σε όλα τα σενάρια μειώνεται ο κίνδυνος καταστροφής καλλιεργειών από παγετό.

Όμως κάπου εδώ τελειώνουν τα καλά νέα. Οι περισσότερες συνέπειες θα είναι αναμφίβολα αρνητικές. Σύμφωνα με όλα τα σενάρια, μειώνονται οι βροχοπτώσεις σε όλες τις περιοχές, μειώνεται η εδαφική υγρασία (ιδιαίτερα την άνοιξη), αυξάνεται η ξηρασία σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας και αυξάνονται οι ημέρες με πολύ υψηλές θερμοκρασίες. Στη Λάρισα και τη Θεσσαλονίκη εκτιμάται ότι οι καλλιέργειες θα επηρεαστούν πολύ και από ακραία φαινόμενα.

Οι συνέπειες, δε, δεν θα είναι ομοιόμορφες σε ολόκληρη την επικράτεια. Οι περισσότερες καλλιέργειες και η κτηνοτροφία θα επηρεαστούν αρνητικά κυρίως στο Ηράκλειο της Κρήτης, την Ηλεία, την Κορινθία και τη Λάρισα. Αντίθετα, ανάμεσα στις περιοχές που θα επηρεαστούν λιγότερο είναι ο Έβρος, η Φθιώτιδα και η Αιτωλοακαρνανία. Οι επιπτώσεις θα διαφοροποιούνται και ανάλογα με την ευαισθησία και τη συμπεριφορά κάθε καλλιέργειας. 
Η ελιά, για παράδειγμα, είναι εξαιρετικά ανθεκτική στην ξηρασία και την υψηλή θερμοκρασία, οπότε θεωρητικά θα μπορούσε να αντέξει τις εντονότερες συνέπειες. Ωστόσο, το ότι τον χειμώνα θα κάνει λιγότερο κρύο -το κρύο είναι απαραίτητο για τη σωστή άνθιση της ελιάς- είναι πιθανό να επηρεάσει αρνητικά την παραγωγή των ελαιόδενδρων. 
Η παραγωγικότητα των αμπελώνων θα επηρεαστεί, επίσης, όπως, και ο λόγος των σακχάρων και οξέων στο ίδιο το προϊόν -η γεύση και ποιότητα του κρασιού που παράγεται σε όλες τις περιοχές της χώρας θα αλλάξει. Η καλλιέργεια ζωωτροφών, δε, θα έχει μειωμένη απόδοση και μεγαλύτερες απαιτήσεις για νερό.


Αλλά τι μπορεί να γίνει για να αντιμετωπιστούν αυτές οι πιέσεις; Οι ερευνητές, εστιάζοντας σε οκτώ από τις πιο σημαντικές γεωργικές και κτηνοτροφικές περιοχές της Ελλάδας (Αιτωλοακαρνανία, Θεσσαλία, Φθιώτιδα, Ηλεία, Έβρο, Ηράκλειο, Νομό Θεσσαλονίκης και Κορινθία), χαρτογράφησαν την υφιστάμενη παραγωγή, αξιολόγησαν τις πιέσεις που θα προκύψουν στις συγκεκριμένες περιοχές και για συγκεκριμένες καλλιέργειες στο κοντινό μέλλον και πρότειναν στοχευμένα μέτρα. Το αναπόδραστο συμπέρασμα είναι ότι οι παραγωγοί πρέπει να λάβουν υπ’ όψιν τις επερχόμενες αλλαγές και να προσαρμόσουν τις καλλιέργειες τους κατάλληλα. 
Πρέπει οπωσδήποτε να δοθεί μεγάλη έμφαση στη διαχείριση των υδάτων και την αποδοτικότητα της άρδευσης, που σήμερα ακόμα δεν γίνεται με τον καλύτερο τρόπο (πολλές περιοχές της χώρας αντιμετωπίζουν ήδη σοβαρό πρόβλημα). Παρεμπιπτόντως, η διαΝΕΟσις έχει δημοσιεύσει μια έρευνα για τους ΤΟΕΒ και τους ΓΟΕΒ, τους συνεταιρισμούς αγροτών που διαχειρίζονται τα αρδευτικά νερά, η οποία προτείνει ένα νέο μοντέλο διαχείρισης ώστε να καταστούν αυτοί οι οργανισμοί βιώσιμοι.

Η διαφοροποίηση και η εναλλαγή καλλιεργειών, η επιλογή καλλιεργειών που προσαρμόζονται καλύτερα στις νέες κλιματικές συνθήκες ανά περιοχή, η επιλογή καλυμμένων καλλιεργειών και η παραγωγή σε θερμοκήπια, καθώς και η πολύ προσεκτικά στοχευμένη αποστράγγιση γεωργικής γης (που μειώνει τη διάβρωση του εδάφους και τις επιπτώσεις των πλημμυρών) είναι επίσης απαραίτητα εργαλεία για την προσαρμογή του πρωτογενούς τομέα.

Τέλος, οι κλιματικές πιέσεις που έρχονται είναι ένας ακόμα λόγος για να δοθεί έμφαση στην επονομαζόμενη «γεωργία ακριβείας», που χρησιμοποιεί σύγχρονες τεχνικές και τεχνολογικά εργαλεία (αισθητήρες στο έδαφος, GPS και εργαλεία τηλε-επισκόπησης της παραγωγής).

Σε κάθε περίπτωση, οι ερευνητές τονίζουν πως όλες αυτές οι παρεμβάσεις θα πρέπει να συνοδευτούν από εκστρατείες ενημέρωσης των καλλιεργητών και των εκτροφέων τόσο για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη δουλειά τους, όσο και για τα διαθέσιμα εργαλεία για την αντιμετώπιση αυτών των επιπτώσεων.

Η κλιματική αλλαγή και οι πόλεις

Υπάρχει ένα φαινόμενο που λέγεται «Αστική Θερμική Νησίδα». Αναφέρεται στην αυξημένη θερμοκρασία του αέρα στις πόλεις σε σχέση με άλλες κοντινές περιαστικές περιοχές και επηρεάζεται από το πόσο πυκνή είναι η δόμηση μιας πόλης, πόσο εμποδίζεται ο φυσικός της αερισμός, τι είδους ανθρώπινες δραστηριότητες φιλοξενεί και, βεβαίως, πόσους χώρους πρασίνου διαθέτει. Για την περιοχή της Αθήνας, αυτή η διαφορά μπορεί να φτάνει έως και τους 8-10 βαθμούς.

Αυτό είναι ένα ενδεικτικό στοιχείο του πόσο μεγάλη θα είναι η πίεση που θα υποστούν οι πόλεις της Ελλάδας -πολύ μεγαλύτερη από ό,τι η επαρχία- στο επόμενο διάστημα. Γι’ αυτό η ενδελεχής μελέτη των επιπτώσεων των επερχόμενων αλλαγών ειδικά στις πόλεις είναι εξαιρετικά σημαντική.

Το επόμενο διάστημα, για παράδειγμα, θα αυξηθούν τα θερμά επεισόδια σε όλη την Ελλάδα. Ως «θερμά επεισόδια» ορίζονται οι ημέρες του χρόνου κατά τις οποίες η θερμοκρασία ξεπερνά ένα όριο που σε κάθε περιοχή αλλάζει, αλλά είναι στο 90ο εκατοστημόριο της περιόδου αναφοράς. Την περίοδο 1971-2000 στο κέντρο της Αθήνας είχαμε κατά μέσο όρο 1,4 «θερμά επεισόδια» τον χρόνο. Ακόμα και με το καλύτερο σενάριο, την ερχόμενη 25ετία θα έχουμε κατά μέσο όρο 6. Με το μεσαίο σενάριο μέχρι τα μέσα του αιώνα θα έχουμε πάνω από 9.

Επιπλέον, η μέση θερμοκρασία θα αυξηθεί παντού, αλλά περισσότερο στην Πάτρα, την Καλαμάτα και την Αθήνα. Αν ισχύσει το πιο απαισιόδοξο σενάριο, η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας τους καλοκαιρινούς μήνες στην Πάτρα και την Καλαμάτα θα φτάσει πάνω από τους 3 βαθμούς. Στην Αθήνα θα ξεπεράσει τους 2 βαθμούς όποιο σενάριο κι αν επαληθευτεί, πράγμα που είναι πολύ σοβαρό.

Σε περιοχές όπως η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη και η Λάρισα οι ημέρες στις οποίες η μέγιστη θερμοκρασία υπερβαίνει τους 37 βαθμούς θα αυξηθούν πολύ. Οι «τροπικές νύχτες» (νύχτες κατά τις οποίες η θερμοκρασία δεν πέφτει κάτω από τους 20 βαθμούς) επίσης θα αυξηθούν πολύ. Αυτό είναι σημαντικό, καθώς αυτός ο δείκτης συνδέεται με τα ποσοστά θνησιμότητας και καρδιαγγειακών παθήσεων -είναι οι νύχτες κατά τις οποίες τα κτήρια δεν προλαβαίνουν να «κρυώσουν». Εξάλλου, σε πόλεις της δυτικής Ελλάδας όπως η Πάτρα και τα Ιωάννινα θα υπάρξει μεγάλη αύξηση στις ημέρες υψηλής βροχόπτωσης, που αυξάνουν τον κίνδυνο πλημμυρικών φαινομένων.

Και δεν είναι μόνο το ότι οι πόλεις θα είναι πιο ζεστές και ευάλωτες. Υπολογίζεται ότι μέχρι τα μέσα του αιώνα θα διπλασιαστούν οι ανάγκες για ψύξη σε όλες τις περιοχές της χώρας, ενώ παράλληλα θα μειωθούν οι ανάγκες για θέρμανση (ειδικά στις παραθαλάσσιες περιοχές και τα νησιά). Οι ενεργειακές ανάγκες στο σύνολό τους, όμως, αναμένεται να είναι σημαντικά υψηλότερες.

Τι μπορεί να γίνει για να προσαρμοστούν οι ελληνικές πόλεις σε αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες; Το σίγουρο είναι ότι αυτή τη στιγμή δεν είναι καθόλου καλά προετοιμασμένες. Γιατί αυτά που πρέπει να γίνουν είναι πολλά. Οι ερευνητές προτείνουν, μεταξύ άλλων, τον ανασχεδιασμό του Εξοικονομώ-Καινοτομώ ώστε να λαμβάνει υπ’ όψιν το κριτήριο της θερμικής έκθεσης (το πόσο εκτεθειμένοι είναι σε υψηλές θερμοκρασίες οι πολίτες λόγω της μεγάλης ηλικίας των κατασκευών, τη μεγαλύτερη πυκνότητα πηγών θερμότητας, την έλλειψη χώρων πρασίνου κλπ.) και όχι μόνο εισοδηματικά κριτήρια, αλλά και την αναθεώρηση του Κανονισμού Ενεργειακής Απόδοσης Κτηρίων.

Η καθιέρωση συγκεκριμένων στόχων σε επίπεδο δήμου (π.χ. μείωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου έως το 2030), η πεζοδρόμηση δρόμων και η μετατροπή άλλων σε δρόμους ήπιας κυκλοφορίας είναι επίσης αποτελεσματικό εργαλείο όταν γίνεται στοχευμένα και στις σωστές περιοχές. Η δημιουργία πράσινων οροφών σε δημόσια και ιδιωτικά κτήρια μπορεί να συμβάλει στη μείωση της θερμοκρασίας του αέρα, ενώ πολύ μεγάλη επίπτωση μπορεί να έχει και η ανάπτυξη αστικών (μικρού ή μεσαίου μεγέθους) πάρκων μέσα στον αστικό ιστό. 
Η διαΝΕΟσις έχει τονίσει την ανάγκη αυτή σε πρόσφατη έρευνα από το 2019, ενώ διάφορες πόλεις στην Ευρώπη, όπως το Παρίσι και η Βαρκελώνη (στην έρευνα παρουσιάζονται ενδεικτικές παρεμβάσεις σε αυτές τις πόλεις), διαμορφώνουν δίκτυα μικρών πάρκων χρησιμοποιώντας ελεύθερους χώρους όπως οι σχολικές αυλές. Στη μελέτη μας οι ερευνητές εξετάζουν το πώς θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο και στα ελληνικά σχολεία, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα το 144ο Δημοτικό Σχολείο της Αθήνας στα Σεπόλια και αξιολογώντας τι θα σήμαινε για τις συνθήκες της περιοχής αν υλοποιούνταν μια σειρά από παρεμβάσεις στο συγκεκριμένο κτήριο και την αυλή του. 
Όπως διαπίστωσαν, οι παρεμβάσεις, που περιλαμβάνουν τη δημιουργία πράσινης οροφής, την τοποθέτηση ανακλαστικών υλικών στο προαύλιο και τη φύτευση στην αυλή, μεταξύ άλλων, θα μείωναν τη θερμοκρασία του αέρα κατά περίπου 1-3 βαθμούς Κελσίου στους χώρους και την περίμετρο του σχολείου, επιδρώντας ευεργετικά όχι μόνο στο προαύλιο αλλά και στην ευρύτερη γειτονιά μέχρι και σε απόσταση 80-100 μέτρων. 
Όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά, αν τέτοιες παρεμβάσεις γίνονταν στο σύνολο των σχολείων του Δήμου Αθηναίων, η «δροσιστική επίδρασή» τους θα κάλυπτε 8 τετραγωνικά χιλιόμετρα -σχεδόν το 20% της έκτασης του Δήμου Αθηναίων.

Τέτοιες παρεμβάσεις θα μπορούσαν να έχουν εξαιρετικά σημαντικό αποτέλεσμα. Αξίζει να θυμόμαστε ότι η μείωση της θερμοκρασίας του αέρα στην Αθήνα έστω και κατά έναν βαθμό οδηγεί στη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας για ψύξη κατά 4,1%, των φωτοχημικών αερίων ρύπων κατά περίπου 7-8% και της θνησιμότητας (ειδικά όταν η θερμοκρασία είναι πάνω από 40 βαθμούς Κελσίου) από πνευμονολογικά και καρδιολογικά νοσήματα κατά 8%.

Σχόλια