Eπί Τάπητος: Η σταφίδα μπροστά στον γκρεμό...

Σε απόγνωση οι σταφιδοπαραγωγοί, τραγικές οι φετινές εξελίξεις, αλλά αυτοί και το προϊόν έχουν εγκαταλειφθεί από εκείνους που έχουν την ευθύ...


Σε απόγνωση οι σταφιδοπαραγωγοί, τραγικές οι φετινές εξελίξεις, αλλά αυτοί και το προϊόν έχουν εγκαταλειφθεί από εκείνους που έχουν την ευθύνη να το προστατεύσουν και να συμβάλουν στην ανάδειξη.


Όταν οι θεσμικές οργανώσεις των παραγωγών φθάνουν να διαδηλώνουν έξω από το αρμόδιο υπουργείο, ζητώντας την απόσυρση της περυσινής σταφίδας που πιέζει δραματικά τις τιμές της φετινής εσοδείας σε εξευτελιστικά επίπεδα, τότε μπορεί να καταλάβει και ο “άσχετος” το μέγεθος του προβλήματος.


Μπορεί ταυτόχρονα να αντιληφθεί και την κυβερνητική αδιαφορία όχι μόνον απέναντι στους σταφιδοπαραγωγούς που συνεχίζουν μέσα από χίλιες δυσκολίες να καλλιεργούν, αλλά απέναντι σε ένα μοναδικό προϊόν που “σφράγισε” την οικονομία στα χρόνια μετά την απελευθέρωση, συντέλεσε στη δημιουργία ενός δικού του “πολιτισμού” και αποτελεί σημαντικό στοιχείο συλλογικής μνήμης για χιλιάδες ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. 

Για το σκοπό αυτό έκρινα σκόπιμο να επαναφέρω ένα κείμενο που έχει γραφτεί πριν από χρόνια, προκειμένου να υπενθυμίσω στους “άρχοντες” που διαφεντεύουν τις τύχες του τόπου, την υποχρέωση που έχουν να δώσουν λύσεις και να επιδείξουν πραγματικό ενδιαφέρον. Τη στάση που κρατά ο καθένας αυτό τον καιρό τη γνωρίζουν οι αναγνώστες της εφημερίδας μέσα από τα κείμενα και τις δηλώσεις που φιλοξενούνται σε αυτή. 

Εκείνο που λείπει είναι το πραγματικό ενδιαφέρον από εκείνους που οφείλουν να το επιδείξουν. Και υπόσχονται “επιτροπές” που θα μελετήσουν το θέμα, υπόσχεση που έχει διατυπωθεί αμέτρητες φορές εδώ και 100 χρόνια αλλά ουσιαστική λύση δεν δόθηκε ποτέ πέρα από τα “κίνητρα” για την εξαφάνιση της καλλιέργειας.



Η σταφίδα ήταν μια μονοκαλλιέργεια που συνδέθηκε με την οικονομία και την κοινωνία από τα τέλη του 19ου αιώνα, για να αντικατασταθεί από μια άλλη μονοκαλλιέργεια. Αυτή της ελιάς που αποτελεί πλέον την “καρδιά” της τοπικής παραγωγής και οικονομίας. Οι μνήμες άπειρες για τους έχοντες μια ορισμένη ηλικία. Όχι μόνον από τον τρύγο, αλλά από ένα πλήθος εργασιών που έπρεπε να γίνουν για να φθάσει η ώρα της αποθήκευσης του προϊόντος. Αν βεβαίως έφθανε, γιατί πολλές φορές οι ασθένειες και ο καιρός στερούσαν από τον παραγωγό τη χαρά για την αμοιβή του κόπου του. Και τη δυνατότητα να ζήσει την οικογένειά του. 

Η σταφίδα για πολλά χρόνια είχε συνδεθεί με τη φτώχεια. Οι προπολεμικές στατιστικές αποκαλύπτουν ότι περισσότερο από το 60% των παραγωγών είχε ιδιοκτησία μικρότερη από 5 στρέμματα και άλλο 25% ανάμεσα σε 5 και 10 στρέμματα. 

Ο παραγωγός και η οικογένειά του έπρεπε να ζήσουν με ό,τι απέμενε μετά την άγρια φορολογία, την τραπεζική και τοκογλυφική ληστεία, την εκμετάλλευση του μεσάζοντα, του εμπόρου, ακόμη και του μπακάλη που έδινε βερεσέ με τοκογλυφικούς όρους, του βιομήχανου που έπαιρνε σχεδόν τσάμπα το προϊόν. Αλλά και με τον πλούτο των εκμεταλλευτών με τα δείγματα αποτυπωμένα τόσο στον δημόσιο χώρο όσο και στα πολυτελή κτήρια σε ορισμένες σταφιδοφόρες παραλιακές περιοχές. 

Βασικές υποδομές του νεαρού κράτους χρηματοδοτήθηκαν ουσιαστικά από τη σταφίδα: από τη γενική φορολογία ο σιδηρόδρομος, από την τοπική λιμενικά και αρδευτικά έργα. Ο φτωχός αγρότης με τον ιδρώτα και τον κόπο της οικογένειάς του προσπαθούσε να επιβιώσει την ώρα που οι άλλοι κερδοσκοπούσαν και το κράτος τον “άρμεγε”. Πάνω από μισό αιώνα κράτησε αυτή η ιστορία, συσσωρεύοντας πλούτη από τη μια πλευρά, φτώχεια και αγανάκτηση από την άλλη. Που οδήγησε σε μεγάλες και άγνωστες στους πολλούς κινητοποιήσεις στο μεσοπόλεμο, οι οποίες κορυφώθηκαν με τη μεγάλη σύγκρουση του 1935 που έχει καταγραφεί στην νεότερη ιστορία ως μια από τις μεγαλύτερες αγροτικές εξεγέρσεις στον ελλαδικό χώρο.

Στη σταφίδα ολοχρονίς, κατά πώς λέγανε. Ξελάκκωμα στα τέλη Σεπτεμβρίου - αρχές Οκτωβρίου, συνοδευόμενο από άλλες καλλιεργητικές φροντίδες. Ψιλοκάθαρος στο καταχείμωνο. Κλάδεμα το Φεβρουάριο. Φουρκάδιασμα αμέσως μετά. Σκάψιμο και κουτρούλιασμα όλου του σταφιδάμπελου κάπου στα μέσα Μαρτίου όταν τα χώματα ήταν ακόμη μαλακά. Και αργότερα όταν τα κουτρούλια είχαν λιαστεί, το σκάλισμα με το άπλωμα του χώματος.

Το γαλάζωμα μετά από κάθε βροχή, το θειάφισμα 3-4 φορές. Το ξεφύλλισμα στο ενδιάμεσο των υπόλοιπων εργασιών για να παίρνει αέρα. Το χαράκι, στα γόνατα με τη φαλτσέτα ή τον “κολοκοτρώνη”, η πιο σκληρή δουλειά. Το ετοίμασμα του αλωνιού. Ο τρύγος με τις κόφες στην πλάτη και τους... σκούρκους. Το λιάσιμο και το γύρισμα. Το τρίψιμο και το ξεκοτσάλιασμα. Το κοσκίνισμα και το λίχνισμα, η μάκαινα αργότερα. Και αν όλα πήγαιναν καλά, το σάκιασμα και στον έμπορο.

Δεν νομίζω πως υπάρχει άλλη καλλιέργεια που να απαιτεί τέτοια φροντίδα και τόσες εργατοώρες στο χωράφι σε όλη τη διάρκεια του χρόνου. Μια φροντίδα που δεν είχε πάντα αντίκρισμα. Ολόκληρες σοδειές χάνονταν από τον πάγο όταν οι βλαστοί ήταν νεαροί, από το χαλάζι που έκανε συχνές επισκέψεις, από τις βροχές και τη σαπίλα. Και δεν έλειπαν οι μεγάλες καταστροφές από ασθένειες, καθώς τα λεφτά δεν έφταναν για γαλαζόπετρα και θειάφι, ενώ τα αλώνια ήταν ξέσκεπα στο έλεος της βροχής καθώς δεν υπήρχαν τα μέσα.

Η μεταπολεμική βελτίωση των όσων προαναφέρθηκαν δεν άλλαξε ουσιωδώς το τοπίο των εργασιών και των κινδύνων, όσο και αν η καλλιέργεια έγινε ασφαλέστερη. Σχεδόν αποκλειστικά εξαγώγιμο προϊόν η σταφίδα, προσανατολισμένο κυρίως στην αγορά της Αγγλίας και δευτερευόντως της Ολλανδίας, έπεσε θύμα αυτής της λογικής και της αδιαφορίας του επίσημου κράτους για τη συγκρότηση ενός σχεδίου παραγωγικής και ανταγωνιστικής ανανέωσης των σταφιδαμπέλων. 

Όμως η καλλιέργεια δεν εγκαταλείφθηκε πλήρως, όχι μόνον κρατήθηκαν και κάποιες εκτάσεις αλλά γίνονται και σοβαρές προσπάθειες για την ανάδειξη του προϊόντος. Σήμερα πλέον πιστοποιημένα και με υπογραφές πανεπιστημιακών ερευνητών, η (μαύρη) σταφίδα χαρακτηρίζεται ως η “ελληνική υπερτροφή”, κάτι που πολλοί ερευνητές υποστήριζαν από παλαιότερα. Δεν έχει νόημα στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος η επανάληψη των όσων καταγράφονται στις μελέτες που εκπονήθηκαν με πρωτοβουλία της Συνεταιριστικής Κορινθιακής Σταφίδας και δημοσιεύτηκαν τα τελευταία χρόνια. 

Άλλωστε αυτό έχει γίνει αρκετές φορές. Απλώς στο σημείο αυτό θα πρέπει να επαναλάβουμε ότι η καλλιέργεια της μαύρης (κορινθιακής) σταφίδας στην Ελλάδα εντάχθηκε στο Εθνικό Ευρετήριο Αϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς ως πρώτο βήμα για την ένταξη στο σχετικό κατάλογο της UNESCO. Οπως αναφέρεται στη σχετική απόφαση:

«Η καλλιέργεια της μαύρης κορινθιακής σταφίδας ρώγα μικρού μεγέθους αγίγαρτη (δίχως κουκούτσια), χρώματος σκούρου μπλε-μαύρου, είναι μια παγκοσμίως μοναδική, παραδοσιακή καλλιέργεια η οποία συναντάται σχεδόν αποκλειστικά στην Ελλάδα, συγκεκριμένα στις ορεινές, ημιορεινές και πεδινές αγροτικές περιοχές των νομών Αχαΐας, Ηλείας, Μεσσηνίας, Κορινθίας, Ζακύνθου και Κεφαλληνίας. 

Η κορινθιακή σταφίδα είναι ένα κατεξοχήν ελληνικό προϊόν, γηγενούς προέλευσης και παράγεται σε ποσοστό έως και 80% της παγκόσμιας παραγωγής, εντός της ελληνικής επικράτειας. Διάφορες προσπάθειες που έγιναν για την καλλιέργειά της και σε άλλα μέρη του πλανήτη δεν έδωσαν ικανοποιητικά αποτελέσματα από πλευράς ποιότητας. 

Το μικροκλίμα και τα εδάφη της ευρύτερης περιοχής της καλλιέργειας της μαύρης κορινθιακής σταφίδας, της προσδίδουν αυτά τα μοναδικά οργανοληπτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά, που τη χαρακτηρίζουν έντονα και αποτελούν την ταυτότητα και το "διαβατήριό" της ώστε να εξάγεται με επιτυχία σε ποσοστό έως και 95%, στις απαιτητικές αγορές του εξωτερικού (Αγγλία, Ολλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Σκανδιναβικές χώρες, οι ΗΠΑ, η Αυστραλία κ.ά.)».

Οι παλιοί έλεγαν “Της Αγια-Μαρίνας ρώγα και τ’ Αϊ-Λιός σταφύλι και της Παναγιάς με το μαντίλι” (με το... παλιό ημερολόγιο βεβαίως καθόσον οι παροιμίες δημιουργήθηκαν σε μακρινές εποχές) και ως εκ τούτου η αναφορά στο σημερινό σημείωμα, με σκοπό να ξυπνήσει μνήμες και να υπενθυμίσει την ανάγκη ώστε να επιδειχθεί και το ανάλογο ενδιαφέρον. Σε μια εποχή που τα διάφορα (και πανάκριβα) “μπέρι”, ενισχυόμενα από τη διαφήμιση καθόσον τα επιχειρηματικά συμφέροντα είναι μεγάλα, επιχειρείται να ενταχθούν στο διατροφολόγιο, οφείλουμε να δώσουμε τη δική μας απάντηση. 

Σε πείσμα εκείνων που διατείνονται ότι “δεν παράγουμε” πρέπει να πείσουμε πως όχι μόνον παράγουμε, αλλά παράγουμε και σπουδαία προϊόντα. Και να ανοίξουμε μια μεγάλη συζήτηση γι’ αυτά. Που θα ξεκινά από τη διερεύνηση της δυνατότητας παραγωγικής αναμπέλωσης των σταφιδοφυτειών και τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Και θα φθάνει μέχρι την αύξηση της κατανάλωσης και ως εκ τούτου της ζήτησης και της τιμής τόσο στην εσωτερική όσο και την εξωτερική αγορά. Είναι μια οφειλή τόσο στην Ιστορία όσο και στο μέλλον του τόπου.

 Αν το καλοσκεφτεί κανένας, πρέπει να το γνωρίσουν και οι επισκέπτες και οι ντόπιοι. Ως εκ τούτου θα πρέπει να προσφέρεται με διάφορους τρόπους σε όλους τους χώρους. Και να μπει σε κάθε σπίτι, σε κάθε κυλικείο σχολείου ως το πλέον υγιεινό σνακ (...κατά τη νεοελληνική). Τα παλιά τα χρόνια δεν έμενε ούτε σπυρί στο σπίτι, όλα πήγαιναν στον έμπορο, ούτε οι ντόπιοι δεν έμαθαν να τρώνε τη σταφίδα. 

Με εξαίρεση τις εποχές της μεγάλης πείνας στην κατοχή που που έσωσε ζωές. Τα τελευταία χρόνια διακρίνεται μια μικρή τάση αναστροφής, με τη χρήση του στη μαγειρική και έχει άπειρες τέτοιες. Σε εποχές που κυριαρχεί η επικοινωνία, η τσιλαδιά έγινε της μοδός και μάλιστα στην (μικρασιάτικης επιρροής κατά τη γνώμη μου) εκδοχή της με τη σταφίδα. 

Μπήκε σε πράσινες σαλάτες, τρώγεται με το σακουλάκι, σε είδη αρτοποιίας (σταφιδόψωμο, κέικ, κουλούρια, μπάρες κ.α.). Θα μπορούσε να μπει στη ζωή μας για τα καλά.


Πριν πολλά χρόνια γραμμένο το κείμενο, όσο περνάει ο καιρός όλο και περισσότερο επίκαιρο καθώς ουσιαστικά δεν υπάρχει καμία πολιτική στήριξης και ανάδειξης του προϊόντος και των ανθρώπων που πασχίζουν να κρατήσουν όρθια μια εμβληματική καλλιέργεια με όλη τη σημασία της λέξης. “Ραντεβού στα τυφλά” για την αγροτική οικονομία εδώ και πολλές δεκαετίες, και για ορισμένα προϊόντα το ραντεβού οδηγεί στο βάραθρο και την καταστροφή. Ας ελπίσουμε ότι έστω στο “και πέντε” θα συναισθανθούν οι κυβερνώντες την ηθική και εθνική ευθύνη τους...


Γράφτηκε από τον Ηλία Μπιτσάνη

Σχόλια