Δουλεύοντας στα καπνά της Ελασσόνας

Αν οι καιρικές συνθήκες αυτήν την περίοδο σε όλη την Ελλάδα είναι δύσκολες, στην περιοχή της Περιφερειακής Ενότητας Λάρισας είναι ακόμα περι...


Αν οι καιρικές συνθήκες αυτήν την περίοδο σε όλη την Ελλάδα είναι δύσκολες, στην περιοχή της Περιφερειακής Ενότητας Λάρισας είναι ακόμα περισσότερο διότι η θερμοκρασία εδώ βρίσκεται ένα… σκαλί ψηλότερα. Οι εργασίες γίνονται με μεγάλη προσπάθεια ενώ ακόμα μεγαλύτερος μόχθος απαιτείται σε χειρωνακτικές δουλειές στους εξωτερικούς χώρους. Οι αγροτικές εργασίες πάντοτε ήταν δύσκολες και μια τέτοια κατηγορία είναι και οι καπνοκαλλιεργητές που όλο το χρόνο είναι εκτεθειμένοι στις καιρικές συνθήκες τόσο οι ίδιοι ως πρόσωπα όσο και οι καλλιέργειές τους.


Πριν από λίγο διάστημα ο φακός του Larissanet.gr βρέθηκε σε καπνοκαλλιέργειες της Ελασσόνας, μιας περιοχής με μεγάλη παράδοση στο χώρο και κατέγραψε τις φιλότιμες προσπάθειες των εργαζομένων. Παράλληλα όμως αξίζει να κάνουμε κι ένα μικρό «αρωματικό» ταξίδι στον καπνό…

Σχετικά με την καλλιέργεια του καπνού στην Ελλάδα το geonews.gr αναφέρει σε σχετικό δημοσίευμα μεταξύ άλλων οτι ο Τούρκος ιστορικός Μουσταφά Ναϊμά αναφέρει πως ο καπνός καλλιεργούνταν στη Βαλκανική Χερσόνησο από το 1636. Ο Pouqueville πάλι στο βιβλίο του «Ταξίδι στην Ελλάδα» γράφει ότι ο καπνός εισήχθη στην Ελλάδα στα τέλη του 16ου αιώνα επί βασιλείας του Ερρίκου Γ΄ (1573-1589), από δύο Γάλλους έμπορους που καλλιέργησαν τα πρώτα φυτά στην περιοχή της Θεσσαλονίκης. Αρχικά, λοιπόν, ο καπνός καλλιεργήθηκε στην κοιλάδα του Αξιού και στην περιοχή της Ξάνθης και αργότερα επεκτάθηκε η καλλιέργειά του σε ολόκληρη τη Μακεδονία και Θράκη, από όπου μεταδόθηκε στη Μικρά Ασία, στις χώρες των Βαλκανίων και φυσικά στις υπόλοιπες ελληνικές περιοχές.

Η Ελληνική Εμπορική Εγκυκλοπαίδεια, η οποία εκδόθηκε στη Βενετία το 1815, αναφέρει ότι στη Μακεδονία, που τότε αποτελούσε επαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ο καπνός τον 17° αιώνα, καλλιεργούνταν σε μεγάλες εκτάσεις. Ο βαρόνος de Bajour, πρόξενος στην Ελλάδα, στο έργο του «Πίναξ εμπορίου της Ελλάδος από το 1787-1797», αναφέρει ότι στη Μακεδονία οι κάτοικοι ασχολούνταν με την καπνοκαλλιέργεια και ότι η παραγωγή τους ανέρχονταν σε 12.000.000 οκάδες περίπου.

Ο Βαυαρός πρόξενος Strong σε σύγγραμμά του που εκδόθηκε στα 1842, αναφέρει καπνοκαλλιέργειες στην Παλαιά Ελλάδα, στις περιφέρειες: Λιβαδειάς, Άργους και Καλαμών. Η παραγωγή, όπως γράφει, έφθανε στις 450.000 οκάδες και η οκά πουλιόταν περίπου δύο δραχμές.

Σε άρθρο του Χρήστου Αυγουλά, Καθηγητή Γεωργίας στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών αναφέρεται αναλυτικά η ιστορία της καπνοκαλλιέργειας στην Ελλάδα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το κομμάτι από το 1981, χρονιά που η Ελλάδα ήταν πια το δέκατο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο, ο καπνός συνέχιζε να καλλιεργείται σε έκταση 600.000-700.000 στρεμμάτων στους Νομούς Φθιώτιδας, Λάρισας, Καρδίτσας, Πέλλας, Αργολίδας, Αιτωλοακαρνανίας, Πιερίας, Σερρών, Δράμας, Καβάλας, Θεσσαλονίκης, Κιλκίς, Κομοτηνής, Ξάνθης κ.ά. Η μέση κατά παραγωγό καλλιεργούμενη έκταση ανερχόταν σε 10 στρέμματα και η συνολική παραγωγή ξεπερνούσε τους 150.000 τόνους. Η χώρα μας αντιπροσώπευε το 32% της παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ήταν δεύτερη στη σειρά, με πρώτη την Ιταλία, που συμμετείχε με ποσοστό 48%. Για την Ελλάδα η καπνοπαραγωγή αποτελούσε το 7,3% της συνολικής αξίας της γεωργοκτηνοτροφικής παραγωγής, ενώ για την Ιταλία μόνο το 1,2%. Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση στην οποία η καπνοπαραγωγή είχε μεγάλη σημασία, τόσο οικονομική όσο και κοινωνική.

Η αντίστροφή πορεία για την καλλιέργεια του καπνού στη χώρα μας άρχισε σιγά-σιγά με την αναθεώρηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής το 1992 και ολοκληρώθηκε με τη μεταρρύθμιση των μεσογειακών προϊόντων (καπνός-βαμβάκι-ελαιόλαδο) το 2004.

Η μεταρρύθμιση του 1992 προέβλεψε τη μείωση των ενισχύσεων στον καπνό και περιόρισε σημαντικά τον εγγυημένο όγκο παραγωγής στις περισσότερες ελληνικές ποικιλίες ανατολικού τύπου, αλλά και στα καπνά Virginia και Burley.

Με τη μεταρρύθμιση των μεσογειακών προϊόντων και τη συμφωνία του Απριλίου του 2004 δόθηκε η ευελιξία στο κράτος-μέλος να επιλέξει τα ποσοστά δεσμευμένης και αποδεσμευμένης ενίσχυσης στον καπνό. Το ποσοστό της αποδεσμευμένης ενίσχυσης θα μπορούσε να κυμαίνεται από 40% (μερική αποδέσμευση-partial decoupling) μέχρι 100% (πλήρης αποδέσμευση-full decoupling) και αντίστοιχα της δεσμευμένης (coupled) από 0-60%.

Στη χώρα μας αποφασίστηκε η εφαρμογή της «πλήρους αποδέσμευσης» από το 2006 και μετά. Αποτέλεσμα, η δραστική μείωση τόσο των καλλιεργούμενων εκτάσεων όσο και του όγκου παραγωγής, λόγω της μικρής εμπορικής αξίας του παραγομένου προϊόντος πολλών ποικιλιών και του υψηλού κόστους παραγωγής τους. Ο βασικός, επομένως, λόγος της δραστικής μείωσης των εκτάσεων ήταν ότι για να ολοκληρωθεί η καλλιέργεια και επειδή το κόστος παραγωγής σε πολλές περιπτώσεις υπερβαίνει την εμπορική αξία του προϊόντος, ο καπνοκαλλιεργητής πρέπει να δαπανήσει και ένα μέρος της επιδότησης.

Μεταξύ των ετών 2005 και 2007 η καλλιεργούμενη με καπνό έκταση στη χώρα μας μειώθηκε από 500.000 στρέμματα σε κάτω από 100.000 στρέμματα και ο όγκος παραγωγής από 108.000 τόνους σε 22.000 τόνους. Μειώθηκε, επίσης, δραματικά ο αριθμός των καπνοπαραγωγών, από 48.000 το 2005 σε 16.000 το 2010, αναφέρει μεταξύ άλλων το άρθρο.

Φωτογραφικά στιγμιότυπα από την καλλιέργεια καπνών στην περιοχή της Ελασσόνας:

















larissanet.gr

Σχόλια