Τα παραδοσιακά ελληνικά τυριά σπάνε το ένα μετά το άλλο τα ρεκόρ πωλήσεων σε εγχώρια & διεθνή αγορά !!!

Τυροκομία, το δυνατό χαρτί της ελληνικής αγροδιατροφής.Σε μια χρονιά που η τιμή παραγωγού στο αιγοπρόβειο γάλα φτάνει στο ανώτατο σημείο της...


Τυροκομία, το δυνατό χαρτί της ελληνικής αγροδιατροφής.Σε μια χρονιά που η τιμή παραγωγού στο αιγοπρόβειο γάλα φτάνει στο ανώτατο σημείο της εδώ και χρόνια, τα παραδοσιακά ελληνικά τυριά σπάνε, το ένα μετά το άλλο, τα ρεκόρ πωλήσεων σε εγχώρια και διεθνή αγορά.

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, που παραχώρησε στην «ΥΧ» ο ΣΕΒΓΑΠ, η αξία των πωλήσεων των δημοφιλών παραδοσιακών μας τυριών (φέτα, γραβιέρα, κασέρι, κεφαλοτύρι, κεφαλογραβιέρα, μυζήθρα) ξεπέρασε το 2019 τα 700 εκατ. ευρώ.

Η φέτα, ναυαρχίδα των ελληνικών τυριών, συνεχίζει τον καλπασμό της στις διεθνείς αγορές, με ορατό στόχο το μισό δισ. ευρώ σε κύκλο εργασιών, παρά τις περιπτώσεις νοθείας εντός και εκτός της χώρας, που συνεχίζουν να πλήττουν το προϊόν. Η θετική πορεία του τυροκομικού κλάδου συνέβαλε σημαντικά στην επίτευξη ενός ακόμη ιστορικού ορόσημου, της διαμόρφωσης πλεονασματικού ισοζυγίου αγροδιατροφής στην Ελλάδα, για πρώτη φορά μετά από 36 χρόνια.

Η «ΥΧ» απευθύνθηκε σε μεγάλες τυροκομικές επιχειρήσεις, με το ερώτημα πώς αυτές οι θετικές εξελίξεις μπορούν να αποτελέσουν εφαλτήριο περαιτέρω ανάπτυξης για τον τυροκομικό κλάδο. Ακολουθούν οι απαντήσεις τους.
Κωνσταντίνος Χατζάκος
Αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος ΜΕΒΓΑΛ

«Οι επιχειρήσεις θα πρέπει, κατ’ αρχάς, να κατανοήσουν την αξία και τις προοπτικές των ελληνικών ΠΟΠ τυριών και κυρίως της φέτας. Μέχρι και σήμερα, η φέτα αντιμετωπίζεται από μερικές ελληνικές εταιρείες ως ένα μαζικό εμπορικό προϊόν, χαμηλής αξίας, με αποτέλεσμα να πωλείται σε πολύ χαμηλές τιμές, κάτι που καθιστά τον κλάδο μη βιώσιμο.

Αν δεν σεβαστούμε εμείς οι ίδιοι την παράδοσή μας και εντέλει τον ίδιο μας τον εαυτό, δεν μπορεί να περιμένουμε να το κάνει κάποιος άλλος. Πρέπει να αρχίσουμε να σχεδιάζουμε πιο μακροπρόθεσμα και να εστιάζουμε σε αγορές και αγοραστές οι οποίοι είναι πρόθυμοι να αναγνωρίσουν την αξία των τυροκομικών μας. Πρέπει να εστιάσουμε στην ποιότητα της πρώτης ύλης, να συνεργαστούμε με τους κτηνοτρόφους, δίνοντάς τους δίκαιες τιμές αλλά και μεταφέροντάς τους τεχνογνωσία.

Αφού επιτύχουμε ένα ποιοτικό προϊόν σε μια δίκαιη τιμή, να εστιάσουμε ακόμα περισσότερο στην προώθησή του. Σιγά-σιγά, γίνονται αξιόλογες προσπάθειες στο κομμάτι της προώθησης και σε λίγα χρόνια ίσως δεν θα έχουμε να ζηλέψουμε τίποτα από τους Ιταλούς και τους Γάλλους. Οι καταναλωτές ψάχνουν πλέον για υγιεινά και αυθεντικά προϊόντα και είμαστε τυχεροί που η φέτα φαίνεται ότι έχει αρχίσει και έχει μεγάλη αναγνώριση ακόμα και σε περιοχές εκτός Ευρώπης όπου δεν ισχύει η ΠΟΠ νομοθεσία.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία είναι να σεβόμαστε τους κανονισμούς, η πολιτεία να επιτελεί ορθά το έργο της και να παραμένουμε ενωμένοι και προσηλωμένοι στην ανάδειξη του εθνικού μας πλούτου».


Νίκος Σκανιάς
Διευθυντής Ζώνης Γάλακτος ΗΠΕΙΡΟΣ

 
«Κατά τη γνώμη μας, για να συνεχίσει να αναπτύσσεται ο κλάδος πρέπει να δοθεί βαρύτητα σε δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη, που αφορά την πρωτογενή παραγωγή, το γάλα δηλαδή και το κρέας, έχει να κάνει με τη βιωσιμότητα και το μέλλον.

Να μην εξετάζουμε κοντόφθαλμα πώς θα καλύψουμε τις άμεσες ανάγκες μας σε γάλα τους επόμενους μήνες, πόσο γάλα θα παραχθεί του χρόνου, αλλά μεσο-μακροπρόθεσμα, πόσο γάλα θα παράγεται σε 10 και 20 χρόνια.

Αυτό θεωρούμε πως επιτυγχάνεται με το να ενθαρρύνονται επενδύσεις όπως αυτή που ήδη κάναμε (και θα συνεχίσουμε με επόμενες) στη ΦΑΡΜΑ ΗΠΕΙΡΟΣ: Μοντέρνες, με σύγχρονο εξοπλισμό, με έμφαση στην ευζωία των ζώων, στην απόδοση, με σεβασμό στο περιβάλλον.

Καλώς ή κακώς, αν θέλουμε κτηνοτροφία σε 20 χρόνια, πρέπει να σταματήσουμε να χαϊδεύουμε τ’ αφτιά των κτηνοτρόφων μας, να τους δείξουμε την ανάγκη για αλλαγή και να τους πείσουμε γι’ αυτή, δείχνοντας τον δρόμο, ώστε η ζωική παραγωγή να είναι ελκυστική για νέους ανθρώπους, αλλάζοντας έτσι τον τρόπο που αναπτύσσεται, ελέγχεται και επιδοτείται ο κλάδος της κτηνοτροφίας.

Η δεύτερη κατεύθυνση έχει να κάνει με την παραγωγή. Εκεί, το βασικό πρόβλημα που έχει αναδειχτεί ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες είναι ότι ο ανταγωνισμός είναι άνισος και, ενίοτε, αθέμιτος. Και αυτό διότι κάποιοι επιχειρηματίες εκμεταλλεύονται την αδυναμία του κράτους να ελέγξει και την απροθυμία των εκάστοτε κυβερνόντων να επιβάλουν πραγματικές κυρώσεις.

Το αποτέλεσμα είναι ότι ‘‘συμφέρει’’ να παραβαίνει κάποιος τους κανόνες του ΠΟΠ. ‘‘Συμφέρει’’ να παρανομεί, να βγάζει παχυλά κέρδη για όσο διάστημα περνάει η παρανομία απαρατήρητη και αν πιαστεί με το ‘‘αρνί στην πλάτη’’ να πληρώνει ένα πρόστιμο 100.000 ή 200.000 (έχοντας στο μεταξύ αποκομίσει κέρδη εκατομμυρίων). Αυτό δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού.

Καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι δυνατή η συλλήβδην καταδίκη συναδέλφων μέχρι να αποφανθεί οριστικά η Δικαιοσύνη. Όμως, ας συνεργαστεί ουσιαστικά και αποτελεσματικά ο κρατικός μηχανισμός με ειδικούς, με την επιστημονική κοινότητα, αλλά και με συγκεκριμένες επιχειρήσεις που κατά τεκμήριο έχουν συμφέρον από την τήρηση των κανόνων, ώστε να επιτευχθεί βελτιωμένη αποτελεσματικότητα, τόσο στους ελέγχους, όσο και στην τεκμηρίωση των όποιων υποθέσεων πάνε στη Δικαιοσύνη. Εμείς προσφερόμαστε να βοηθήσουμε, ξέροντας βέβαια ότι μόνοι μας δεν είμαστε αρκετοί για ένα τόσο μεγάλο έργο».




Αγαμέμνων Μπουλαμάτσης
Διευθυντής Ζώνης Γάλακτος ΔΩΔΩΝΗ

 
 
Για να διατηρηθεί η θετική αυτή εξέλιξη, η συνεργασία μεταξύ ιδιωτικού, αγροτικού και δημόσιου τομέα είναι απαραίτητη. Θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο η Πολιτεία να προσφέρει κίνητρα στους Έλληνες κτηνοτρόφους για να αυξήσουν την παραγωγή τους, ιδίως όταν πρόκειται για αιγοπρόβειο γάλα, αλλά και για να υιοθετήσουν σύγχρονους τρόπους και μέσα, βελτιώνοντας ποιότητα και ποσότητα, ώστε να προσφέρουν εξαίρετη πρώτη ύλη σε ανταγωνιστικές τιμές.

Όσον αφορά τον ιδιωτικό τομέα, βασικός παράγοντας είναι η επένδυση στο κομμάτι των εξαγωγών και στον τομέα της έρευνας και της καινοτομίας, η παράγωγη ειδών ανώτερης ποιότητας, που απαντούν στις σύγχρονες τάσεις, αλλά και η στήριξη του πρωτογενούς τομέα μέσα από ενέργειες και προγράμματα που θέτουν τους κτηνοτρόφους στο επίκεντρο, όπως το ΔΩΔΩΝΗ 400, μέσω του οποίου παρέχουμε δωρεάν στήριξη μονάδων ζωικού κεφαλαίου σε 400 φάρμες αιγοπρόβειου γάλακτος, για την αύξηση της ποσότητας και την ενίσχυση των ποιοτικών του χαρακτηριστικών.


Δημήτρης Καπούνης
Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ΕΑΣ Νάξου

 
«Η Ένωσή μας, η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Νάξου, με κορυφαίο της προϊόν ένα παραδοσιακό ελληνικό τυρί που είναι και κατοχυρωμένο ως ΠΟΠ, τη Γραβιέρα Νάξου ΠΟΠ, αποτελεί μοχλό ανάπτυξης του αγροκτηνοτροφικού κόσμου, αλλά και της οικονομίας γενικότερα της Νάξου, με λαμπρή ιστορία, δυναμικό παρόν και ελπιδοφόρο μέλλον.

Εμείς, στην ΕΑΣ Νάξου, τα έχουμε καταφέρει καλά, γιατί, μεταξύ άλλων πολλών, επενδύουμε (και) στην εξωστρέφεια. Συμμετέχουμε σε διεθνείς εκθέσεις και σε προγράμματα προβολής των προϊόντων μας στο εξωτερικό και, γενικότερα, στηρίζουμε πολλά στην προβολή, τόσο του ευλογημένου τόπου μας όσο και των προϊόντων του. Αυτός, πιστεύουμε, είναι ο στόχος και ο δρόμος που πρέπει συνεταιρισμοί σαν τον δικό μας και επιχειρήσεις να ακολουθήσουν.

Η πολιτεία, τώρα, από την πλευρά της, πιστεύουμε ότι μπορεί να αναλάβει πολλές δράσεις, με διττό σκοπό. Αφενός, την προστασία των σπουδαίων ελληνικών προϊόντων, που επισκέπτονται με αξιώσεις τις αγορές εσωτερικού και εξωτερικού και διαφημίζουν τον τόπο μας. Αφετέρου, τη στήριξη του απλού αγρότη και κτηνοτρόφου, δηλαδή των ανθρώπων της βάσης της παραγωγικής διαδικασίας από τους οποίους όλα ξεκινούν. Λόγου χάρη, θα πρέπει η πολιτεία να επενδύσει στην ενίσχυση και στην ανάπτυξη του αγροτουρισμού και της επιχειρηματικής δραστηριότητας των νέων αγροτών. Επίσης, θα πρέπει να ελέγχει πιο αποτελεσματικά την προστασία των προϊόντων ΠΟΠ και ΠΓΕ από εκείνους τους ημεδαπούς και αλλοδαπούς που σφετερίζονται την ονομασία τους και τόσα προβλήματα δημιουργούν στον παραγωγό και στα ίδια τα προϊόντα.

Τέλος, ως Ένωση, η οποία ‘‘γεννήθηκε’’ και δραστηριοποιείται σε ένα νησί, άρα γνωρίζει άριστα τα χαρακτηριστικά προβλήματα της νησιωτικότητας, φρονούμε πως η πολιτεία θα πρέπει να προχωρήσει σε πριμοδότηση της μεταφοράς προϊόντων ΠΟΠ και ΠΓΕ σε άλλες αγορές κατ’ αντιστοιχία των κανονισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτως ώστε έτσι να αντισταθμίζεται, κατά ένα μέρος, το αυξημένο κόστος παραγωγής, που προκύπτει ακριβώς λόγω των ειδικών γεωγραφικών και οικονομικών περιορισμών των νησιών μας».

 πηγή:ypaithros.gr

 

Σχόλια